ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

 

                                                                             

 

 

΄Αρθρο 1

 

Στον παρόντα Νόμο οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια :

-         «ανήλικο πρόσωπο» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του

-         «βία» σημαίνει τη βία όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 11 του παρόντος Νόμου

-         «δήλωση» περιλαμβάνει οποιαδήποτε εξιστόρηση γεγονότων που έγινε είτε με λέξεις, είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο

-         «Επιτροπή» σημαίνει την Κεντρική Επιτροπή, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο  2  του παρόντος Νόμου

-         «θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου» σημαίνει την θεραπευτική αγωγή που αναφέρεται  στο άρθρο 27  του παρόντος Νόμου (για την ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις βίας και την συγκράτηση από την επανάληψή τους)

-         «μέλη της οικογένειας» σημαίνει  Α) άνδρα και γυναίκα που (α) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο, ανεξάρτητα αν ο γάμος αυτός υφίσταται ή όχι ή (β) συζούν ή συζούσαν μαζί

-                                                            Β) γονείς των  προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο Α

-                                                              Γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο Α, ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων, καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο Α

-                                                                 Δ) κάθε ανήλικο πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα

-         «οπτικογράφηση» σημαίνει την καταγραφή με οποιαδήποτε συσκευή σε κινούμενες εικόνες αντικειμένων, γεγονότων και προσώπων, είτε αυτά ομιλούν ή κινούνται, είτε όχι, που μπορούν να αναπαραχθούν και παρουσιασθούν με τη χρήση οποιουδήποτε τεχνικού μέσου

-         «οικογενειακή κατοικία» σημαίνει το μέρος όπου το θύμα της βίας έχει τη συνήθη διαμονή του, ανεξάρτητα από το σε ποιόν από τους δύο συζύγους ή άλλους ενοίκους ανήκει ή ανεξάρτητα από το ποσοστό συνιδιοκτησίας

-         «οικογενειακός σύμβουλος» σημαίνει τον διοριζόμενο δυνάμει  του άρθρου  5 του παρόντος Νόμου

 

Αρθρο 2

 

      (1) Για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και της κακοποίησης των γυναικών συνιστάται Κεντρική Διυπουργική Επιτροπή.

      (2)   α. Η Επιτροπή χαράσσει την πολιτική για τα θέματα που σχετίζονται με κάθε μορφή  ενδοοικογενειακής βίας

               β. Παρακολουθεί το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας και της κακοποίησης γυναικών στον ελλαδικό χώρο

              γ.  Προωθεί επιστημονικές έρευνες σχετικά με τη βία στην οικογένεια και την κακοποίηση γυναικών

              δ. Ενημερώνει το κοινό και τους επαγγελματίες για τα ζητήματα αυτά, με διάφορα μέσα στα οποία περιλαμβάνονται ειδικά συνέδρια και σεμινάρια, επιστημονικά προγράμματα και κάθε λογής σχετικές εκδόσεις

             ε.  Φροντίζει για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας αυτής, ενεργοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα

            στ. Παρακολουθεί τη δράση και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των  ασχολουμένων με τα ζητήματα αυτά υπηρεσιών και φορέων

            ζ.    Παρακολουθεί την εφαρμογή και τήρηση της σχετικής νομοθεσίας, καθώς επίσης την εξέλιξη της διαδικασίας όταν η δίκη διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών  και

            η. Συντονίζει τη δράση των Περιφερειακών Επιτροπών πρόληψης και αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας και της κακοποίησης γυναικών

(3)       Η Επιτροπή απαρτίζεται από άτομα τα οποία διορίζονται από τον Υπουργό των Εσωτερικών για μια τριετία -δυναμένη να ανανεωθεί-  και τα οποία έχουν γνώση και πείρα των σχετικών θεμάτων Τα μέλη Επιτροπής δεν δύναται να είναι περισσότερα των δεκαπέντε. Τα άτομα που διορίζονται από τον δημόσιο τομέα επιλέγονται από τα Υπουργεία, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην επομένη παράγραφο (4), ενώ τα άτομα που διορίζονται από τον ιδιωτικό τομέα επιλέγονται από μέλη ενώσεων, συνδέσμων ή οργανώσεων εμπλεκομένων στην πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας μέσα στην οικογένεια και των γυναικείων θεμάτων και γενικότερα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

΄Ενα μέλος της Επιτροπής διορίζεται από  τον Υπουργό των Εσωτερικών, ως Πρόεδρος και ένα άλλο ως αναπληρωτής του.

(4)       Τα Υπουργεία, Ιδρύματα και Υπηρεσίες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο είναι :

Α. Το Υπουργείο Εσωτερικών

Β. Το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Υπηρεσιών

Γ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης

Δ. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης

Ε. Το Υπουργείο Παιδείας

Τα Τμήματα  και οι Τομείς των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι αυτά της Ιατρικής, της Νομικής, της Κοινωνιολογίας, της Ψυχολογίας, της Εγκληματολογίας, ενώ οι Υπηρεσίες είναι   Κοινωνικές Υπηρεσίες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο Ε.Ο.Κ.Φ., οι Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων, η Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων.

(5)       Η Επιτροπή δύναται να προσλαμβάνει γραμματειακό προσωπικό , σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, και να έχει ιδιαίτερο γραφείο.

(6)       Η Επιτροπή ρυθμίζει με εσωτερικούς Κανονισμούς θέματα διαδικασίας που την αφορούν.

(7)       Η Επιτροπή  α) καταρτίζει προϋπολογισμούς εσόδων και εξόδων για την πλήρη και αποτελεσματική άσκηση  των αρμοδιοτήτων της και την εκπλήρωση των σκοπών της σύστασής της , οι οποίοι  εγκρίνονται από το αρμόδιο Υπουργείο.

                                     β) τηρεί πλήρη λογιστικά βιβλία.

            Τα έσοδα της Επιτροπής προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

    (8)    Η Επιτροπή υποβάλλει στον Υπουργό των Εσωτερικών και στο Κοινοβούλιο ετήσια ΄Εκθεση για τις δραστηριότητές της .

 

 

 

Αρθρο 3

 

   (1)  Συνιστώνται, επίσης, στην έδρα κάθε Περιφέρειας ,Περιφερειακές Ειδικές Επιτροπές πρόληψης και αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.

(2)    ΄Εργο κάθε τέτοιας Επιτροπής είναι ή υλοποίηση  δράσεων σε περιφερειακό επίπεδο, ο συντονισμός, ο έλεγχος και η αξιολόγηση των δράσεων σε τοπικό επίπεδο.

(3)    Τα μέλη της κάθε Περιφερειακής Επιτροπής προέρχονται από περιφερειακές Υπηρεσίες των αναφερομένων στο άρθρο 2 παράγραφοι (4), (5), (6)  Υπουργείων, Ιδρυμάτων και Υπηρεσιών, εφ’ όσον υπάρχουν, και από άτομα εκπροσωπούντα  συνδέσμους ή οργανώσεις από τους αναφερομένους στο άρθρο 2 παράγραφος (3) ,που ενεργοποιούνται στην Περιφέρεια.

(4)    Τα μέλη κάθε Περιφερειακής Επιτροπής δεν υπερβαίνουν τα ένδεκα.

(5)    Η Περιφερειακή Επιτροπή δύναται να προσλαμβάνει γραμματειακό προσωπικό και να έχει ιδιαίτερο γραφείο.

(6)    Η Περιφερειακή επιτροπή ρυθμίζει με εσωτερικούς κανονισμούς θέματα διαδικασίας που την αφορούν.

 

Αρθρο 4

 

 Σε κάθε Περιφέρεια, υπό την ευθύνη και επίβλεψη της Περιφερειακής Επιτροπής δημιουργούνται :

-         ΄Ενα ή περισσότερα Κέντρα υποδοχής και περίθαλψης θυμάτων βίας. Προς τον σκοπό αυτόν δύνανται να χρησιμοποιηθούν, καταλλήλως διευρυνόμενα και προσαρμοζόμενα, και τα ήδη λειτουργούντα Κέντρα Φροντίδας Οικογένειας (ΚΕΦΟ).

-          Υπηρεσία S.O.S. για την άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες των θυμάτων

-         Υπηρεσία Οικογενειακών Συμβούλων, με στόχο την έρευνα, διαμεσολάβηση, παροχή συμβουλών, νομικής και υλικής συνδρομής στα θύματα.

 

Αρθρο 5

 

Ως Οικογενειακοί Σύμβουλοι διορίζονται, με απόφαση του Υπουργού των Εσωτερικών, κατάλληλα πρόσωπα (ψυχολόγοι,εγκληματολόγοι,κοινωνιολόγοι,κοινωνικοί λειτουργοί κλπ.), με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

Ως Οικογενειακοί Σύμβουλοι δύνανται να χρησιμεύσουν, εφ’ όσον έχουν την κατάλληλη ειδίκευση και εμπειρία και οι Επιμελητές Ανηλίκων που υπηρετούν στα Δικαστήρια της Περιφέρειας, όταν το θύμα είναι ανήλικος, καθώς και οι Επιμελητές Κοινωνικής Αρωγής που υπηρετούν στην Περιφέρεια.

 

Αρθρο 6

 

Ο Οικογενειακός Σύμβουλος ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

   α) Δέχεται παράπονα σχετικά με πιθανή άσκηση βίας και διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες

   β) Συμβουλεύει, καθοδηγεί και μεσολαβεί για την απάμβλυνση προβλημάτων της οικογένειας που πιθανόν να οδήγησαν ή δυνατόν να οδηγήσουν στην άσκηση βίας

  γ) Προβαίνει σε διευθετήσεις για την άμεση ιατρική εξέταση του παραπονούμενου

  δ) Προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία για τη διερεύνηση τυχόν διάπραξης εγκλήματος

  ε) Διεξάγει κατόπιν εντολής του Δικαστηρίου έρευνες σχετικά με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας γενικά και του δράστη ειδικά στην περίπτωση που ενδέχεται να εκδοθεί απόφαση αποκλεισμού

  στ) Διεξάγει έρευνες και προβαίνει σε διευθετήσεις σχετικά με τη διαμονή του κατηγορουμένου ή της οικογένειάς του σε περίπτωση έκδοσης απόφασης αποκλεισμού

   ζ) Προβαίνει άμεσα σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για ιατρική ή άλλη εξέταση παιδιού αναφορικά με το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια κακοποίησής του από μέλος της οικογένειας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο

   η) Ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα του ανατεθεί αρμοδίως.

 

Αρθρο 7

 

     (1)Ο Οικογενειακός Σύμβουλος ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει ή παράγραφος (ζ)  του άρθρου 6, αφού εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του προσώπου που έχει τη γονική μέριμνα για το εν λόγω ανήλικο πρόσωπο και αναφέρει ακολούθως την περίπτωση στην Αστυνομία. Η συγκατάθεση του προσώπου που έχει τη γονική μέριμνα για τον ανήλικο δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση όπου, κατά την άποψη του Οικογενειακού Συμβούλου, υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ο ανήλικος κακοποιήθηκε από το πρόσωπο που έχει τη γονική μέριμνα. Στην περίπτωση αυτή, πριν από την ιατρική εξέταση του ανηλίκου ενημερώνεται γραπτώς ο αρμόδιος Εισαγγελεύς ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, αμέσως μετά την εξέταση και πάντως το αργότερο εντός τριών ημερών.

       (2) Σε περίπτωση πληροφορίας ή καταγγελίας για διάπραξη εγκλήματος βίας σε βάρος ανηλίκου προσώπου, ο Οικογενειακός Σύμβουλος δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, ανάλογα με τη σοβαρότητα της καταγγελίας ή πληροφορίας να ζητήσει τις απόψεις, τη συμβουλή και τη γνωμάτευση της πολυκλαδικής ομάδας, η οποία δημιουργείται σε κάθε Περιφέρεια σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος Νόμου.

 

Αρθρο 8

 

Ο Οικογενειακός Σύμβουλος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δύναται να ζητήσει τη συνδρομή και προστασία οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού, της Αστυνομίας και οποιουδήποτε άλλου καταλλήλου προσώπου.

 

Αρθρο 9

 

Είναι δυνατόν να συσταθούν και Νομαρχιακές Επιτροπές Πρόληψης και αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας, στην έδρα κάθε νομού, καθώς επίσης Τοπικές  Επιτροπές στην έδρα κάθε Δήμου, με στόχο τη δραστηριοποίηση σε τοπικό επίπεδο, με ενεργοποίηση και εθελοντών.

Η σύσταση και λειτουργία των Επιτροπών αυτών αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κατά τόπους Νομαρχιακών και Δημοτικών Συμβουλίων. Εποπτεύονται και ελέγχονται από την Περιφερειακή Επιτροπή.

 

                                                      Αρθρο 10

 

Σε καθένα από τα προαναφερθέντα επίπεδα (Περιφερειακό,  Νομαρχιακό, Τοπικό) είναι δυνατόν να συσταθούν πολυκλαδικές ομάδες με μέλη πρόσωπα που έχουν τα αναγκαία προσόντα και πείρα για την παροχή συμβουλών, γνωματεύσεων και κάθε άλλης συνδρομής για την καλύτερη μεταχείριση των θυμάτων βίας. Τα μέλη αυτών των ομάδων πρέπει να έχουν την ιδιότητα του ψυχιάτρου, παιδοψυχιάτρου, παιδιάτρου, κλινικού ψυχολόγου, κοινωνιολόγου, εγκληματολόγου, κοινωνικού λειτουργού ή και άλλες που, κατά περίπτωση, κρίνονται αναγκαίες.

Τα σχετικά με τη σύσταση και λειτουργία καθεμιάς απ’ αυτές τις ομάδες ρυθμίζονται με αποφάσεις της αντίστοιχης Περιφερειακής, Νομαρχιακής ή Τοπικής Επιτροπής.

 

                                                      Αρθρο 11

 

    (α) Βία για τους σκοπούς του Νόμου αυτού σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας  και περιλαμβάνει τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής, χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.

   (β) Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου «βία», με βάση το εδάφιο (α), στην έννοια της βίας εμπίπτουν και τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 12(β) του παρόντος Νόμου, καθώς επίσης το προβλεπόμενο στο άρθρο 330 του Ποινικού Κώδικα έγκλημα.

   (γ) Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, σύμφωνα με τα εδάφια (α) και (β) του άρθρου αυτού, όταν διαπράττονται παρουσία ανηλίκου μέλους της οικογενείας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου, εφ’ όσον δύναται να προκαλέσει σ’ αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο (δ) του άρθρου αυτού.

   (δ) Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο (α) του παρόντος άρθρου διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται με  φυλάκιση.

 

Αρθρο 12

 

   (α) ‘Οταν τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (β) του παρόντος άρθρου διαπράττονται από ένα μέλος της οικογενείας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού αυξημένης βαρύτητας και τιμωρούνται  ως ακολούθως :

   (β) 1.για την περίπτωση της παράνομης βίας του άρθρου 330 ΠΚ, το ανώτατο όριο της φυλάκισης παραμένει δύο χρόνια.

         2.για την περίπτωση της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας του άρθρου 337παρ.1 ΠΚ, η ποινή αυξάνεται σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια, ενώ για την παρ.2 του ίδιου άρθρου μέχρι τρία χρόνια.

         3.για την περίπτωση του βιασμού του άρθρου 336 παρ.1 ΠΚ η ποινή ορίζεται σε κάθειρξη τουλάχιστον δέκα χρόνια. Το έγκλημα του βιασμού διαπράτεται και από σύζυγο εναντίον συζύγου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη.

                                                    

Αρθρο 13

 

Ενώσεις προσώπων  ή οργανώσεις που έχουν νομική προσωπικότητα, αποκτηθείσα τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από ένα εγκληματικό γεγονός από τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο και που στους σκοπούς τους  περιλαμβάνουν την μέριμνα για την προστασία  των θυμάτων βίας, έχουν δικαίωμα να συμπαρίστανται ως πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, εφ’ όσον έχουν  τη σύμφωνη γνώμη του θύματος ή του προσώπου που έχει την επιμέλειά του, αν  αυτό είναι ανήλικο.

 

 

Αρθρο 14

 

Στις περιπτώσεις που η καταγγελία γίνεται στην Αστυνομία, η κατάθεση του θύματος λαμβάνεται απο αστυνομικό του ιδίου φύλου.

 

Αρθρο 15

 

   (1) Τηρουμένων των διατάξεων  της παραγράφου (2) του παρόντος άρθρου, κατά την εκδίκαση αδικημάτων βίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος ή άλλου νόμου, δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να προσαχθεί ως μαρτυρία οπτικογραφημένη κατάθεση η οποία δόθηκε σε αρμόδιο πρόσωπο από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι θύμα βίας η μάρτυρας διάπραξης αδικήματος, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

   (2) Για την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (1)  του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι περιορισμοί και προϋποθέσεις :

        Α)  Η οπτικογράφηση  θα πρέπει να αφορά την υπό εκδίκαση υπόθεση

        Β)  Δεν παρέχεται άδεια για προσαγωγή οπτικογραφημένης κατάθεσης

              α)αν το πρόσωπο η κατάθεση του οποίου οπτικογραφήθηκε δεν είναι δυνατόν  να εμφανισθεί στο Δικαστήριο, αν τούτο απαιτηθεί  από την εξέλιξη της διαδικασίας.

              β)  αν δεν τηρήθηκαν οι κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης που αναφέρονται στο άρθρο 16 του παρόντος Νόμου.

              γ)  αν το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψη, όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνει ότι το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης απαιτεί να μη γίνει αποδεκτή η οπτικογραφημένη κατάθεση.

        Γ)   Παρουσιάζεται μαζί  με την οπτικογραφημένη κατάθεση απομαγνητοφωνημένη  και δακτυλογραφημένη η ηχητική ζώνη (sound track) της οπτικοταινίας στην οποία καταγράφηκε η κατάθεση.

   (3) Οποιαδήποτε δήλωση που περιέχεται σε οπτικογραφημένη κατάθεση η οποία γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία δυνάμει του άρθρου αυτού θεωρείται ως άμεση προφορική μαρτυρία του προσώπου που κάνει τη δήλωση και κατά συνέπεια α) γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία οποιουδήποτε γεγονότος το οποίο θα ήταν αποδεκτό σε περίπτωση άμεσης προφορικής μαρτυρίας και β) καμιά τέτοια δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ενισχυτική μαρτυρία άλλης μαρτυρίας του ίδιου μάρτυρα.

   (4) Η εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να αποκλείσει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί το συμφέρον της Δικαιοσύνης.

 

Αρθρο 16

 

Οι κανόνες λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης είναι οι ακόλουθοι :

     (α) Αναφέρεται ή αναγράφεται πριν από την έναρξη της κατάθεσης το όνομα, η διεύθυνση, το επάγγελμα και η ιδιότητα του προσώπου που λαμβάνει την κατάθεση, καθώς επίσης και του προσώπου που χειρίζεται τη συσκευή οπτικογράφησης (video camera).

     (β) αναφέρεται ή αναγράφεται ο τόπος, η ημερομηνία και η ώρα έναρξης λήψης της κατάθεσης, καθώς επίσης και η ώρα που έληξε η κατάθεση.

     (γ) αναφέρεται ή αναγράφεται το όνομα, η διεύθυνση, το επάγγελμα και άλλα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο που δίδει κατάθεση.

     (δ) καταγράφεται δήλωση του προσώπου που λαμβάνει την κατάθεση προς το πρόσωπο που δίνει την κατάθεση ότι αυτή θα οπτικογραφηθεί και ότι δυνατό να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία και δήλωση του προσώπου που δίνει την κατάθεση ότι συμφωνεί με τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Περαιτέρω η δήλωση αυτή καταγράφεται και υπογράφεται από το πρόσωπο που δίνει την κατάθεση με σχετική βεβαίωση από το πρόσωπο που λαμβάνει την κατάθεση. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ανηλίκου προσώπου που δεν συνοδεύεται από το πρόσωπο που έχει την γονική του μέριμνα ή από Επιμελητή ανηλίκων ή Οικογενειακό Σύμβουλο. Στην περίπτωση που συνοδεύεται από κάποιο από τα πρόσωπα αυτά τη συγκατάθεση δίνει το πρόσωπο αυτό.

     (ε) αντίγραφο της μαγνητογραφημένης κατάθεσης δίνεται στο πρόσωπο που καταθέτει ή στην περίπτωση που το πρόσωπο που καταθέτει είναι ανήλικο, στο πρόσωπο που έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τους σκοπούς του εδαφίου (δ).

                                                                                   

Αρθρο 17

 

        (1)Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για παρουσίαση οπτικογραφημένης κατάθεσης, δύναται, αν κατά τη γνώμη του το συμφέρον της Δικαιοσύνης το απαιτεί, να διατάξει όπως ορισμένα μέρη της οπτικογράφησης μην παρουσιασθούν ως μαρτυρία. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του αυτής ευχέρειας λαμβάνει υπ’ όψη την πιθανή βλάβη που δυνατόν να γίνει στον κατηγορούμενο ή σε οποιονδήποτε κατηγορούμενο αν οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι και κατά πόσον αυτή είναι υπέρτερη από την ωφελιμότητα παρουσίασης της οπτικογραφημένης κατάθεσης ή μέρους αυτής. Επίσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’όψη τυχόν πιέσεις που ασκούνται στον μάρτυρα με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να μην παρουσιασθεί και καταθέσει στο Δικαστήριο.

        (2) Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως μέρη της οπτικογραφημένης κατάθεσης ή της δακτυλογραφημένης απομαγνητοφώνησης ηχητική ζώνης της οπτικοταινίας διαγραφούν, αν ήθελε κρίνει ότι αυτά δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία ή αν κρίνει τούτο σκόπιμο, κατά την άσκηση των εξουσιών του, δυνάμει της παραγράφου (4) του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου. Τα διαγραφόμενα, πάντως, διατηρούνται, με επιμέλεια του Δικαστηρίου, στον φάκελο της υπόθεσης, δυνάμενα να χρησιμεύσουν στο μέλλον, μετά ενδεχομένη άσκηση ενδίκων μέσων από πλευράς των μερών.

 

Αρθρο 18

 

Στις περιπτώσεις όπου λαμβάνεται οπτικογραφημένη κατάθεση δυνάμει του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου το πρόσωπο του οποίου η κατάθεση οπτικογραφήθηκε καλείται ως μάρτυρας από την πλευρά που ζήτησε την παρουσίαση της οπτικογραφημένης κατάθεσης και τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου.

 

Αρθρο 19

 

Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις  περί αποδείξεως του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οιονδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, επιμελητή ανηλίκων, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου και ιατροδικαστού που εξετάζουν το θύμα, προς μέλη της Επιτροπής ή των περιφερειακών ή τοπικών επιτροπών ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία, δυναμένη, εφόσον γίνεται προς δημοσία αρχή, να αναγνωστεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 365 ΚΠΔ.

 

 

 

Αρθρο 20

 

        (1) Αν κατά τη διάρκεια εξέτασης ανηλίκου προσώπου από ψυχίατρο, ψυχολόγο ή κοινωνικό λειτουργό, για σκοπούς αξιολόγησης ή ψυχοθεραπείας γίνει αναφορά από τον ανήλικο ότι υπέστη κακοποίηση από οποιοδήποτε πρόσωπο, η κατάθεση του ψυχιάτρου ή ψυχολόγου γίνεται αποδεκτή στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 224 ΚΠΔ.

       (2) Το Δικαστήριο δεν καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο με βάση μόνο τη μαρτυρία που αναφέρεται στην παράγραφο (1), εκτός αν η μαρτυρία αυτή ενισχύεται σε ουσιώδη σημεία από άλλη αυτοτελή μαρτυρία που μπορεί να περιλαμβάνει μαρτυρία πραγματογνώμονα.

 

Αρθρο 21

 

       (1) Κατά την εκδίκαση υποθέσεων για διάπραξη αδικημάτων βίας κατά τον παρόντα Νόμο το Δικαστήριο

             (α)  Δύναται να διατάξει όπως ολόκληρη ή μέρος της υπόθεσης εκδικασθεί κεκλεισμένων των θυρών,

             (β) δύναται να διατάξει όπως η κατάθεση οποιουδήποτε θύματος βίας και κάθε άλλου προσώπου για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο ή απειλή επειδή θα καταθέσει ως μάρτυρας ή ότι ενδέχεται να επηρεασθεί δυσμενώς η κατάθεσή του, ληφθεί χωρίς την άμεση παρουσία του κατηγορουμένου, αφού δώσει όλες τις κατάλληλες οδηγίες και γίνουν όλες οι αναγκαίες διευθετήσεις ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να λαμβάνει γνώση, ταυτόχρονα, της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα και να τον αντεξετάζει.

       (2) ΄Ανευ επηρεασμού της γενικότητας της παραγράφου (1),  μπορούν να ληφθούν και τα ακόλουθα μέτρα  για την προστασία των μαρτύρων : η τοποθέτηση ειδικού διαχωριστικού, ή η χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης ή η χρήση οποιουδήποτε άλλου μέσου ή συστήματος, κατά τρόπο που ο μάρτυρας να μην είναι άμεσα ορατός στον κατηγορούμενο και αντιστρόφως. Προκειμένου να διασφαλισθούν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου θα πρέπει στις προαναφερθείσες περιπτώσεις να γίνουν οι κατάλληλες τεχνολογικές διευθετήσεις ή άλλες εγκαταστάσεις, ώστε ο κατηγορούμενος να δύναται να παρακολουθεί ακουστικά τη διαδικασία και να δίνει οδηγίες στο συνήγορό του.                                                        

 

Αρθρο 22

 

Παρά τη διάταξη του άρθρου    222    του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μέλος της οικογένειας  του δράστη δεν μπορεί να αρνηθεί τη μαρτυρία του, όταν  θύμα βίας είναι άλλο μέλος της οικογένειας.

 

Αρθρο 23

 

Κατηγορούμενος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του ή και από μόνο του  που οχλεί ή εκφοβίζει θύμα βίας ή  μάρτυρα σε υπόθεση βίας ή συγγενικό τους πρόσωπο σε οποιοδήποτε χώρο, με σκοπό να επηρεάσει τη διερεύνηση ή εκδίκαση υπόθεσης βίας ή που προκαλεί ψυχική αναστάτωση σε θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας εν γνώσει οτι πρόκειται για θύμα βίας ή μάρτυρας σε υπόθεση βίας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια και σε περίπτωση που η ενόχληση ή ο εκφοβισμός γίνεται σε βάρος θύματος που διαμένει σε στέγη προστασίας το αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια.

Οι διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος Νόμου για ταχεία εκδίκαση υπόθεσης βίας εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αδικημάτων που διαπράττονται κατά παράβαση των προνοιών του παρόντος άρθρου.

 

                                                     Αρθρο 24

 

     (1) Το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του δράστη δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της Αστυνομίας ή της Υπηρεσίας Επιμελητών ανηλίκων ή του Οικογενειακού Συμβούλου ή της Εισαγγελικής Αρχής ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε από αυτούς, να εκδώσει, κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προσωρινή απόφαση αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος, μέχρις ότου ασκηθεί ποινική δίωξη και εκδικασθεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για ποινικό αδίκημα βίας.

        (2) Το Δικαστήριο εκδίδει την απόφαση, έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή, στην περίπτωση ανηλίκου θύματος, οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή από οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που τείνουν να αποδείξουν την άσκηση βίας, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει αυτού ή άλλου νόμου.

       (3) Η προσωρινή απόφαση ισχύει, αρχικά, για μια περίοδο οκτώ ημερών, από την ημέρα επίδοσής της στον ύποπτο και ορίζει , εντός αυτής της περιόδου, ημέρα και ώρα κατά την οποία το Δικαστήριο ακροάται τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί  και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ της απόφασης ή εάν θα την παρατείνει μέχρι το πολύ τριάντα ημέρες.

      (4) Το Δικαστήριο δύναται, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει απόφαση αποκλεισμού, με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Αρθρο 25

 

        (1) Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος βίας, με βάση τον παρόντα Νόμο, απόφαση, η οποία θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που θέτει και με την οποία να απαγορεύει σε αυτό να εισέρχεται, να παραμένει ή και να πλησιάζει στην οικογενειακή κατοικία ή στον χώρο εργασίας του θύματος . Η απόφαση αυτή καλείται  «απόφαση αποκλεισμού».

       (2) Για την έκδοση της απόφασης αποκλεισμού απαιτείται

             α) Να αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έχει ιστορικό επανειλημμένων πράξεων βίας εναντίον μελών της οικογένειάς του ή ότι είχε δύο  πρωτόδικες καταδίκες τα τελευταία τρία χρόνια για παρόμοια αδικήματα ή

             β) η βία που ασκήθηκε να έχει προκαλέσει τέτοια σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, που να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή τη σεξουαλική ή ψυχική υγεία των θυμάτων ή

            γ) να αρνείται ο κατηγορούμενος να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου.

       (3) Το Δικαστήριο στην απόφαση αποκλεισμού που εκδίδει ορίζει ημερομηνία πριν από την εκπνοή της περιόδου αποκλεισμού κατά την οποία εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης ή διαφοροποίησης της απόφασης αυτής. Κατά την εξέταση αυτή το Δικαστήριο ακούει τις απόψεις του κατηγορουμένου του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που επηρεάζεται από την έκδοση της απόφασης, εκτός όπου αυτοί είναι ανήλικοι και δεν κρίνεται σκόπιμο να καταθέσουν εναντίον του κατηγορουμένου, καθώς και τις απόψεις των αρμοδίων υπηρεσιών.

      (4) Ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήσει από το ίδιο Δικαστήριο ανάκληση  ή ακύρωση  της απόφασης πριν από τη λήξη της καθοριζομένης σε αυτήν περιόδου.

      (5) Αποφάσεις αποκλεισμού επιβάλλονται και αντί οποιασδήποτε ποινής ή μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλλει.

  (6)Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση αποκλεισμού που,  ενώ η εν λόγω απόφαση είναι σε ισχύ, παραβαίνει οποιονδήποτε από τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια.Οι διατάξεις του άρθρο 30 του παρόντος Νόμου για ταχεία εκδίκαση υποθέσεων βίας εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διάπραξης αδικημάτων, κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

 

                                                        Αρθρο 26

 

        (1) Κατά την έκδοση απόφασης αποκλεισμού το Δικαστήριο ιδιοκτησία της οικογενειακής εκδίδει ανάλογη απόφαση αναφορικά με τη διαμονή του υπόπτου ή κατηγορουμένου ή και της οικογένειάς του ή μελών της.

 

Αρθρο 27

 

       (1) Το Δικαστήριο, στην περίπτωση προσώπων που κατηγορούνται για εγκλήματα βίας που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον παρόντα Νόμο, δύναται , αντί να επιβάλλει στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε άλλη ποινή, να δεχθεί αίτημά του να τον θέσει υπό την επίβλεψη Επιμελητή Κοινωνικής Αρωγής ή Οικογενειακού Συμβούλου, με τον ειδικό όρο οτι θα υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου από ειδικούς ή με άλλους  όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει αναγκαίους, για να αποφευχθεί η επανάληψη πράξεων βίας.

      (2) Το Δικαστήριο, αν το κρίνει σκόπιμο, δύναται να επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης με αναστολή και να θέσει, κατά τη διάρκεια της αναστολής τον κατηγορούμενο υπό επιτήρηση και υπό τον ειδικό όρο ή οποιουσδήποτε άλλους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο (1) του παρόντος άρθρου.

 

Αρθρο 28

 

      (1) Το Δικαστήριο δύναται, κατά ή μετά την εκδίκαση υπόθεσης βίας με θύμα ανήλικο πρόσωπο, να διατάξει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο ήθελε κρίνει αναγκαία την απομάκρυνση του εν λόγω θύματος και την τοποθέτησή του σε ασφαλές μέρος ή την ανάθεση της φροντίδας του σε αρμόδια υπηρεσία αρωγής.

      (2) Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει προσωρινή απόφαση απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος Νόμου.

 

΄Αρθρο 29

 

Για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, οι  ανακρίσεις διεξάγονται, η υπόθεση εκδικάζεται και η όλη διαδικασία περαιώνεται χωρίς καθυστέρηση.

 

Αρθρο 30

 

      (1) ΄Οταν καταγγέλλεται αδίκημα με βάση τον παρόντα Νόμο, το όνομα και η διεύθυνση του θύματος βίας ή του παραπονούμενου προσώπου, καθώς και του προσώπου εναντίον του οποίου γίνεται η καταγγελία, όπως και άλλα στοιχεία τα οποία δύνανται να οδηγήσουν στη διαπίστωση της ταυτότητας τους, δεν επιτρέπεται να αποκαλυφθούν ή να δημοσιευθούν από οποιοδήποτε μέσο μαζικής ενημέρωσης ή άλλως πως.

     (2)  Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου (1) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και με χρηματική ποινή που κατατίθεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 32 Ταμείο.

 

Αρθρο 31

 

       (1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 15  του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται η αποκάλυψη του περιεχομένου, η διαρροή ή δημοσίευση οποιασδήποτε κατάθεσης θύματος ή μάρτυρα σε αδίκημα βίας με οποιοδήποτε τρόπο αυτή έχει ληφθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν έχει σχέση με τη διερεύνηση, δίωξη ή εκδίκαση της υπόθεσης.

      (2) Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια.

 

Αρθρο 32

 

(1)    Ιδρύεται Ταμείο με την επωνυμία « Ταμείο Θυμάτων  Ενδοοικογενειακής Βίας» για την επίτευξη και προώθηση των σκοπών του Νόμου αυτού. Το Ταμείο θα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, εποπτευόμενο από το Υπουργείο Εσωτερικών,  και με το όνομά του θα έχει διαρκή διαδοχή και σφραγίδα καθορισμένου σχήματος και θα έχει την εξουσία να αποκτά, κατέχει και διαθέτει περιουσία, να συμβάλλεται, να εγείρει και να υπερασπίζει αγωγές ή άλλες  νομικές διαδικασίες και γενικά να πράττει όλα όσα είναι απαραίτητα για  τους σκοπούς της ίδρυσης, αξιοποίησης και ανάπτυξής του.

(2)    Στο Ταμείο θα κατατίθενται όλες οι εισφορές, δωρεές, κληροδοτήματα και χορηγίες.

(3)    ΄Ολες οι εισφορές στο Ταμείο, οποιασδήποτε μορφής, θα θεωρούνται ότι γίνονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

(4)    Η διάθεση ποσών που κατατίθενται στο Ταμείο θα γίνεται κατά την κρίση της Κεντρικής Διυπουργικής Επιτροπής με βάση τις προτεραιότητες και τα προγράμματα που κατά καιρούς καταρτίζει, εκτός αν κάποια εισφορά γίνεται για συγκεκριμένο σκοπό.

(5)    Από το Ταμείο αυτό θα διατίθενται ποσά για σκοπούς αντιμετώπισης αμέσων αναγκών, εξεύρεσης διαμονής δυνάμει του άρθρου  του παρόντος Νόμου, ενίσχυσης των θυμάτων βίας και άλλους σκοπούς που η Επιτροπή ήθελε κρίνει κατάλληλους.

(6)    Το Ταμείο το διαχειρίζεται η Επιτροπή η οποία συνέρχεται ειδικά ως Διαχειριστής του Ταμείου.

(7)    Η Επιτροπή ενεργούσα ως Διαχειριστής του Ταμείου , με έγκριση του Υπουργού των Εσωτερικών,  εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη λειτουργία του, περιλαμβανομένου του τρόπου διάθεσης των πόρων και της περιουσίας του Ταμείου.

 

                                                      Αρθρο 33

 

   Επιτρέπεται  και σε άλλους φορείς, εκτός από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο  4 του παρόντος Νόμου η ίδρυση και λειτουργία στέγης προστασίας. Στην περίπτωση που αυτή λειτουργεί δυνάμει πιστοποιητικού καταλληλότητας που εκδίδει η Επιτροπή ,  τα σε αυτήν διαμένοντα θύματα ενδοοικογενειακής βίας τυγχάνουν νομικής προστασίας από οποιαδήποτε ενόχληση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 24 του παρόντος Νόμου.

 

Αρθρο 34

 

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

                                                                          

                                                                             Αθήνα,                            2002

 

                                            ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ                                                    ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

 

 

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ             ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ

 

 

 

 

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

 

 

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΑΝΔΑΛΙΔΗΣ