Σημειώσεις σε σχέση με το νομοσχέδιο περι ενδοοικογενειακής βίας

Εισαγωγικά

Καταρχήν η νομοθετική ρύθμιση για την αντιμετώπιση της ενδο­οι­κο­γενειακής βίας αποτέλεσε πάγιο αίτημα του γυναικείου κινήματος. Επομένως η κατάθεση του νομοσχεδίου στις 25/11/2005 από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τα συναρμόδια υπουργεία είναι ένα θετικό βήμα. Θεωρώ ότι μία  ελλιπής νομοθετική ρύθμιση είναι προτιμότερη από την απουσία οιασδήποτε ρύθμισης. Ασφαλώς όμως, όπως και σε κάθε νομοσχέδιο, μπορούν να προταθούν τροποποιήσεις. Στο επίμαχο υπάρχουν όντως ασάφειες και ελλείψεις, όπως στον ορισμό της βίας, στην ουσιαστική στήριξη των θυμάτων με χρηματική ικανοποίηση από το θύτη ή, σε περίπτωση αδυναμίας του, από το κράτος, στο βάρος απόδειξης κλπ.

Επίσης υπάρχει μία διάσταση του πορίσματος της νομοπαρα­σκευα­στικής Επιτροπής που συστάθηκε υπό τον υπουργό κ. Παυλόπουλο σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας (η οποία επιτροπή αναγνω­ρί­ζο­ντας την πολυπλοκότητα και το πολυδιάστατο του φαινομένου αναφέρει ότι «δεν κατέστη δυνατή η επεξεργασία Σχεδίου Νόμου» από πλευράς της)  και του κατατεθέντος νόμου.

Είναι προφανές ότι το κατατεθέν νομοσχέδιο δεν έλαβε κατά την δια­τύ­πω­ση των άρθρων του υπόψη τις διαπιστώσεις και προτάσεις της Επι­τρο­πής Παυλόπουλου, την πολυπλοκότητα δηλαδή του φαινομένου, γι’ αυτό και η «αντιμετώπιση» του να περιορίζεται βασικά στις διωκτικές αρχές. Αλλωστε η επιτροπή που συνέταξε το νομοσχέδιο ουδεμία σχέση έχει με την επιτροπή Παυλόπουλου

Οι διαπιστώσεις και οι προτάσεις της Επιτροπής Παυλόπουλου είναι προσανατολισμένες    προς τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα και στον Κυπριακό νόμο γεγονός που το α­να­φέ­ρει ξεκάθαρα. Το πόρισμα της Επιτροπής αποδέχεται την διεθνή εμπει­ρία, καθώς και τις θεωρητικές προσεγγίσεις και ερμηνείες του φαι­νο­­μένου, ορίζοντας ότι «η βία σε βάρος της συζύγου/συντρόφου, δεν ο­φεί­λεται σε ατομικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες, αλλά είναι αποτέλεσμα σε σημαντικό βαθμό των κοινωνικών αντιλήψεων αναφορικά με την μειονεκτική θέση της γυναίκας στην κοινωνία».

Σε δύο διαπιστώσεις της Επιτροπής διαφωνούμε οι οποίες μάλιστα έρ­χο­νται σε απόλυτη αντίθεση με άλλες προηγούμενες διαπιστώσεις: 1) πα­ρουσιάζει το φαινόμενο της βίας ως σύγχρονο (των τελευταίων δεκαετιών) και το αποδίδει στις σύγχρονες συνθήκες εργασίας, σύγχρονες πόλεις και στις μεταβολές στους ρόλους των φύλων. Μάλιστα οι παραπάνω παρά­γο­ντες τονίζει συντέλεσαν στην διάσπαση της συνοχής της οικογένειας και των αξιών της. Έχουμε να επισημάνουμε ότι το φαινόμενο της βίας είναι παλιά μάστιγα της κοινωνίας μας και συνδέεται άρρηκτα με την πατριαρχική δομή της κοινωνίας και της οικογένειας, που αποτελεί βασική γενεσιουργό αιτία για την ύπαρξη του .

2) Για την περίπτωση της Ελλάδας πιστεύουν ότι «δεν φαίνεται να έχει λάβει τις διαστάσεις που το χαρακτηρίζουν σε άλλες χώρες», αλλά λίγο παρακάτω αναφέρονται ότι «υπάρχει μεγάλο ποσοστό αθέατης ενδοοικογνειακής βίας η οποία δεν καταγγέλεται.» Στην Ελλάδα τα μικρά  ποσοστά που καταγράφονται οφείλονται α) στην έλλειψη στατιστικών δεδομένων και ερευνών,  μία και μοναδική έρευνα του ΚΕΘΙ δεν μπορεί να προσεγγίσει τη διάσταση του φαινομένου, β) στην μη καταγγελία των θυμάτων λόγω  της έλλειψης υποστηρικτικών δομών για τις γυναίκες, πληροφόρησης  του που και πως μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους  και γ) στην μη καταγραφή των περιστατικών από την Αστυνομία ή στη μη ορθή καταγραφή τους. 

 

 

Ως προς τον νόμο

Επισημαίνουμε ακόμη μία φορά ότι η επιτροπή που συνέταξε το νομοσχέδιο δεν είναι η ίδια με την επιτροπή του κ.Παυλόπουλου και της ΓΓΙ και ουδόλως αναφέρεται στο πόρισμα που η τελευταία κατέθεσε.

 

Στην εισαγωγή της η αιτιολογική έκθεση, επιλέγει να ποινικοποιήσει μόνο τις σοβαρότερες και επαχθέστερες πράξεις βίας, αφήνοντας έξω  τις «ήσσονος σημασίας συμπεριφορές»., όπου ισχύουν οι γενικές διατάξεις.  Ως τέτοιες, ασήμαντες και πολύ ελαφρές βλάβες, θεωρεί προφανώς η αιτιολογική έκθεση, τις χειροδικίες τύπου χαστούκια, ελαφρές μπουνιές και κλοτσιές, τράβηγμα των μαλλιών ή ακόμη ελαφρές μώλωπες σε κρυφά μέρη του σώματος για τις οποίες παραπέμπει στις γενικές διατάξεις. Δεν  εμπίπτουν δηλαδή στο πεδίο εφαρμογής του ποινικού νόμου δεν συνιστούν κατά τον νόμο ενδοοικογενειακή βία (άρθρο &1 ορ, καθώς οι γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν ρυθμίζουν την ενδοοικογενειακή βία.  Κατά την άποψή μας στην αιτιολογική έκθεση αντικατοπτρίζεται η φιλοσοφία του νόμου, που, θεωρεί ως βία εις βάρος ενός ατόμου, μόνο όταν υπάρχουν σοβαρότατες σωματικές κακώσεις. Όταν υπάρχουν ελαφρύτερες, ναι μεν τις αποδοκιμάζει ως παράνομη συμπεριφορά, αλλά αυτές έχουν μόνο αστικές συνέπειες, π.χ αγωγή αδικοπραξίας. (Αρθρο 2 της ατιολογικής έκθεσης) Αυτή όμως η θέση είναι απαράδεκτη και ασύμβατη με το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο. Η βούληση της πολιτείας θα έπρεπε να εκφράζεται με τρόπο ρητό και απόλυτο και όφειλε να αποδοκιμάζει την κάθε της μορφή βίας ανεξάρτητα από την ένταση και τη βαρύτητα της πράξης. Μηδενική ανοχή στη βία σημαίνει ότι και το απλό χαστούκι ή το σπρώξιμο ή η ψυχολογική βία συνιστούν καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανεπίτρεπτη προσβολή της προσωπικότητας για το άτομο που το υφίσταται. Η προχειρότητα του  νομοσχεδίου δείχνει περισσότερο αγωνία συμμόρφωσης στις ασφυκτικές προθεσμίες που επιβάλλουν το Συμβούλιο της ΕΕ,  και οι  διεθνείς οργανισμοί για θέσπιση νόμου, παρά  βούληση να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά  το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας σε όλες της τις μορφές και σε όλο το φάσμα   Με ποια  κριτήρια, ποια προεργασία και εμπειρία, κατέληξαν, να αρνούνται να ρυθμίσουν το μεγαλύτερο ποσοστό των κρουσμάτων που αφορούν: την ψυχολογική βία, την λεκτική βία και την ελαφρά σωματική βία. Όταν οι άνδρες βιαιοπραγούν με τις παραπάνω μορφές δεν το κάνουν για να επιβάλουν την εξουσία τους, για να ελέγξουν τις γυναίκες;   Είναι προφανές ότι οι συντάκτες του όχι μόνο αγνοούν το φαινόμενο της ενδοοικογενεικής βίας, τις αιτίες που το γεννούν, αλλά δεν φρόντισαν καν να ενημερωθούν, καθώς δεν γίνεται καμία αναφορά από αυτούς εάν ζήτησαν και έλαβαν υπόψη τους απόψεις των ΜΚΟ,  οργανισμών που ασχολούνται επισταμένα  με το φαινόμενο της ενδοικογενειακής βίας. Η αιτιολογική έκθεση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ορισμό της βίας όπως πλέον γίνεται αποδεκτός από όλες τις χώρες της Ε.Ε.

1.     Ο ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας δεν είναι απλά ελλιπής, είναι νομοθετικό έκτρωμα, καθώς καλύπτει τις εξής περιπτώσεις:  την σωματική κάκωση, την παράνομη βία και απειλή, τον βιασμό μέσα στο γάμο και την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

2.     Το νομοσχέδιο  είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην διάσωση του θεσμού της οικογένειας  παρά στην ουσιαστική προστασία και ασφάλεια των θυμάτων. Παρά το γεγονός ότι  για τις σοβαρές σωματικές βλάβες επισύρονται μεγάλες ποινές, ωστόσο  δεν δίνει την δέουσα έμφαση στην πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας με την ανάπτυξη συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων από την ίδια την πολιτεία ή σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση ( όπως με την πληροφόρηση των πολιτών για το φαινόμενο της βίας μέσω ΜΜΕ), στην εκπαίδευση των εμπλεκόμενων φορέων και στην ουσιαστική  αρωγή των θυμάτων.

Βασική παραδοχή του νομοσχεδίου θα έπρεπε να είναι η αναγνώριση της ανδρικής βίας κατά των γυναικών και των παιδιών, καθώς το ποσοστό  της ανδρικής βίας εις βάρος των γυναικών  υπολογίζεται σε ποσοστό 98% των κρουσμάτων. Επίσης, ότι η βία η οποία ασκείται στα πλαίσια του γάμου ή σε μία ντε φάκτο σχέση  αποτελεί κορυφαία έκφραση της άνισης δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στα δύο φύλα.

 

Ετσι εξηγείται γιατί το νομοσχέδιο, ως προς το φύλο του θύτη είναι ουδέτερο. Η βία όμως είναι καταρχήν έμφυλη, καθώς όλα τα στατιστικά στοιχεία και οι έρευνες συνηγορούν ότι οι ασκούντες τη βία είναι γένους αρσενικού (θύτης) και τα υποκείμενα που την υφίσταται είναι γένους θηλυκού (θύματα).  Καμία διαπίστωση ή παραδοχή ότι μεταξύ της ανισότητας των γυναικών σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και   της ενδοοικογενειακής βίας  εις βάρος τους υπάρχει άμεσος σύνδεσμος, καθώς η ανισότητα είναι αυτή που κάνει τις γυναίκες περισσότερο ευάλωτες στη βία.

 

3.     Ως προς το βάρος απόδειξης.

Με το νομοσχέδιο δεν σημειώνεται κάποια αλλαγή ως προς το  μείζον αυτό θέμα, καθώς τα θύματα εξακολουθούν να φέρουν το βάρος απόδειξης. Η έλλειψη των αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί το σημαντικότερο ίσως εμπόδιο για τις γυναίκες- θύματα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους Η βία βάσει του άρθρου 6 της Σύστασης του ΟΗΕ για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών, αναγνωρίζεται «ως άνιση μεταχείριση και μορφή διάκρισης λόγω φύλου η οποία παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών και αποτελεί ανεπίτρεπτη προσβολή της προσωπικότητας». Συνεπώς το νομοσχέδιο θα έπρεπε να λάβει υπόψη του  ότι η βία είναι διάκριση λόγω φύλου και ιδίως να λάβει υπόψη του τις ειδικές συνθήκες όπου τελείται  το συγκεκριμένο έγκλημα (ιδιωτικός χώρος- έλλειψη αυτοπτών μαρτύρων και έγγραφων αποδείξεων, το χρόνο συνήθως νυχτερινές ώρες ) και να «διευκολύνει» τα θύματα στην καταγγελία της βίας με ευνοϊκότερους δικονομικούς κανόνες. Ετσι θα έπρεπε να αρκούσε το θύμα να παρουσιάζει ενώπιον του δικαστηρίου με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά (δηλ. την κακοποιητική συμπεριφορά του θύτη) και να μεταφέρεται το βάρος ευθύνης στον θύτη. Το μαχητό αυτό τεκμήριο να ισχύει οπωσδήποτε στις αστικές υποθέσεις. Στο Π.Δ 105/2003, που μετέφερε την οδηγία 97/80//ΕΚ της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διάκρισης λόγω φύλου,  να τροποποιηθεί ώστε να αφορά και τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας

 

4.     Ο ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας αφορά τη σοβαρή σωματική βία. Οι επιβαρυντικές ποινές στα επόμενα άρθρα συνδέονται με την ένταση και τη βαρύτητα της σωματικής βλάβης του θύματος. Η ψυχολογική βία δεν αναφέρεται. Θα πρέπει ο ορισμός να στηριχτεί στη διατύπωση της Διακήρυξης του Πεκίνου, (1995), ο οποίος γίνεται αποδεκτός από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Ως βία να ορίζεται κάθε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική., σεξουαλική, ή ψυχική βλάβη από οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της, επίσης τη βία που ασκείται στα πλαίσια της οικογένειας με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς και τον περιορισμό του θύματος.

5.     Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι «σκοπός του νομοσχεδίου και ιδίως του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης είναι η ενότητα της οικογένειας» Στις προϋποθέσεις για την έναρξή της διαμεσολάβησης δεν τίθεται ρητά η συνέχιση της συνοίκησης θύτη-θύματος, αλλά προκύπτει ερμηνευτικά. Γιατί αλλιώς τι σημασία έχει να αποδεχθεί το θύμα τη συγγνώμη του θύτη (λόγο τιμής) και ότι δεν θα επαναλάβει στο μέλλον οιαδήποτε πράξη κακοποίησης, εάν δεν συνοικούν!!. Και ναι μεν προβλέπεται  η δυνατότητα προσφυγής στα αστικά δικαστήρια  για μετοίκηση του θύτη, το ζήτημα όμως είναι  εάν θα διαταχθεί αυτή, στην περίπτωση που το θύμα δέχθηκε προηγουμένως τη διαμεσόλαβηση!! Επομένως, το νομοσχέδιο θα πρέπει να αποσαφηνήσει εάν προϋπόθεση για την έναρξη της ποινικής διαμεσολάβησης είναι και η εξακολούθηση της συνοίκησης. Σε μία τέτοια περίπτωση, διαφωνούμε πλήρως, γιατί η αντιμετώπιση του προβλήματος πέφτει ολοκληρωτικά στις πλάτες του θύματος, με όλους τους πιθανούς κινδύνους που εγκυμονεί η συνοίκηση του θύματος με τον θύτη. Το νομοσχέδιο αναφέρει ότι η συμφωνία του θύματος για την ποινική διαμεσολάβηση δεν το εμποδίζει στην άσκηση αγωγής για λύση του γάμου. Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται όμως μία «λεπτομέρεια» που θα χρησιμοποιηθεί ευρέως στην δικαστηριακή πρακτική και θα έχει  σοβαρότατες συνέπειες  για τα θύματα. Αναφέρει ότι η συμφωνία για διαμεσολάβηση μπορεί να εκλαμβάνεται από το αστικό δικαστήριο  ως παροχή συγγνώμης προς το θύτη, με συνέπεια να υπάρχει λόγος απόσβεσης  τοy διαζύγιου. Τα ίδια θα ισχύουν, εάν η δίκη του διαζυγίου  έχει αρχίσει με λόγο διαζυγίου την ενδοοικογενειακή βία πριν από την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης. 

 

Η διαμεσολάβηση καταρχήν να μην γίνεται από τους Εισαγγελείς οι οποίοι είναι εξαιρετικά επιβαρυμένοι από άλλες αρμοδιότητες. Θα είναι εις βάρος των εμπλεκομένων διαδίκων. Ο θεσμός για να λειτουργήσει παιδευτικά απαιτείται η πολιτεία να δημιουργήσει ανεξάρτητες κοινωνικές δομές-υπηρεσίες στελεχωμένες από ειδικά καταρτισμένο προσωπικό( ψυχολόγους –παιδοψυχολόγους κοινωνικούς λειτουργούς και νομικούς) που θα στεγάζονται σε ανεξάρτητους χώρους. Να διερευνούν βάσει τα πραγματικών περιστατικών εάν υπάρχει καταρχήν η δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Να διερευνούν εάν η επιθυμία του θύματος για συμβιβαστική επίλυση είναι προϊόν απειλής, ανάγκης, οικονομικής εξάρτησης ή προϊόν ελεύθερης βούλησης.  Εάν πιθανολογούν ότι ο θύτης θα επαναλάβει την κακοποιητική του συμπεριφορά να συντάσσεται άμεσα έκθεση που να υποβάλλεται τότε στον εισαγγελέα και να ακολουθείται η ποινική διαδικασία.

6.     Ο θύτης προκειμένου να μην πληρώσει το σύνολο της χρηματικής αξίωσης, ασφαλώς για να μην μπει στη φυλακή και να μην του επιβληθούν οι περιοριστικοί όροι του άρθρου 18 από το ποινικό δικαστήριο, (απομάκρυνση από το σπίτι, μετοίκηση, απαγόρευση να πλησιάζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών ή τους ξενώνες) θα δεχτεί την διαμεσολάβηση.  Στο θύμα ‘πέφτει το μπαλάκι»  να δεχτεί ή όχι τη διαμεσολάβηση. Είναι προφανές ότι θα πέσουν άπαντες πάνω του (δράστης, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, εισαγγελέας, αστυνομία δικηγόροι) προκειμένου  να του δώσει μία «τελευταία» ευκαιρία για να διασωθεί η «αγία οικογένεια». Το δίλημμα και το αδιέξοδο μεγάλο διότι:  Εάν δεν δεχτεί τη διαμεσολάβηση,  θα κατηγορηθεί ότι είναι  δύστροπη, μέγαιρα,  δικομανής και το χειρότερο ότι ευθύνεται για το τέλος της οικογένειάς της. Εάν πάλι τη δώσει την ευκαιρία πιστεύοντας στον (λόγο τιμής του δράστη) θύτης και θύμα είναι κάτω από την ίδια στέγη! Εάν ο θύτης στο διάστημα της 3 ετίας υποτροπιάσει, τότε το θύμα, βάσει της &2 μπορεί να ζητήσει με αγωγή χρηματική ικανοποίηση, καθώς αυτές αναβιώνουν με την ανατροπή της συμφωνίας. Η εκδικιτηκότητα των δραστών ενδοοικογενειακής βίας προς τα θύματα τους είναι γνωστή στους ειδικούς και στα θύματα. Θεωρώ ότι κατά την «περίοδο της τριετίας» πολλοί θα είναι αυτοί-οι θύτες- που θα υποτροπιάσουν και «θα σηκώσουν το χέρι τους με την ίδια ή και με μεγαλύτερη ένταση αλλά και την περιουσία τους θα έχουν εξανεμίσει με εικονικές  μεταβιβάσεις σε τρίτους ή σε εταιρίες φαντάσματα, τις δε καταθέσεις τους θα τις ρευστοποιήσουν για κάθε είδους καταναλωτικές δαπάνες, αρκεί η γυναίκα να μην λάβει καμία αποζημίωση Επομένως, το συνολικό ποσό της χρηματικής ικανοποίησης θα πρέπει να καταβάλλεται ως άμεση αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ψυχολογικής ή σωματικής) που προκλήθηκε στο θύμα από την κακοποιητική συμπεριφορά του θύτη και να αποσυνδέεται εντελώς από το διαδικασία της διαμεσολάβησης. Αλλως, στην περίπτωση που καταβάλλεται μέρος μόνο της χρηματικής ικανοποίησης ως προϊόν συμβιβασμού, το υπόλοιπο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που ζητά το θύμα να  διασφαλίζεται με κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο ή εγγυοδοσία (όπως με εγγυητική επιστολή ή προσημείωση υποθήκης ή με συντηρητική κατάσχεση).

7.     Δεδομένου ότι πουθενά στο νομοσχέδιο δεν αναφέρεται σε εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των φορέων (αστυνομικών, εισαγγελέων, δικαστών) που θα εμπλακούν με την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η πιθανότητα -της δευτερογενούς όπως λέγεται θυματοποίησης των θυμάτων- είναι σχεδόν βέβαιη. Χωρίς καταρτισμένους επαγγελματίες που θα επιλαμβάνονται των περιστατικών, πως το θύμα θα νιώσει ασφάλεια και πως θα αντιμετωπίζεται από αυτούς;;. Ειδικά για την Αστυνομία, όπου συνήθως προσφεύγουν τα θύματα, το κράτος οφείλει να τους εκπαιδεύσει μέσα στις σχολές τους ή με επιμορφωτικά σεμινάρια στους εν ενεργεία αστυνομικούς. Η εκπαίδευση είναι αναγκαία για να νιώσει το θύμα  την ουσιαστική προστασία και ασφάλεια των διωκτικών αρχών. Με την επαρκή εκπαίδευση των αστυνομικών  θα υπάρχουν οι ασφαλιστικές δικλείδες για τα θύματα αλλά και για την κοινωνία  ότι η αστυνομία  εφαρμόζει κατάλληλες και ενδεδειγμένες διαδικασίες με απόλυτο σεβασμό, διακριτικότητα και  εχεμύθεια προς το θύμα.

8.     Η εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση της αστυνομίας ή του προσωπικού στα νοσοκομεία, κέντρα υγείας που προσφεύγουν τα θύματα, θα βοηθήσει επίσης, στην ποιοτική καταχώρηση των στοιχείων. Αυτό γιατί ως γνωστόν δεν καταγράφονται όλες οι περιπτώσεις βίας εξαιτίας της έλλειψης  ευαισθητοποίησης  και κυρώσεων στους παραβάτες λειτουργούς. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε ελλειπή στοιχεία.

 

 3. Ως προς την αρωγή των θυμάτων

Τα άρθρα 21 και 22 αφορούν την αρωγή. Παρά την πανηγυρική διατύπωση του νομοχεδίου «ότι τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται της πλήρους ηθικής και της απόλυτα αναγκαίας υλικής συμπαράστασης από τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού και δημόσιου τομέα» είναι κενό περιεχομένου καθώς:

·        Καμία αποζημίωση  δεν προβλέπεται από το Κράτος για τις οικονομικά εξαρτημένες γυναίκες. Κοινωνική πολιτική χωρίς χρήματα δε γίνεται. Οι γυναίκες- θύματα που είναι αυτές και τα παιδιά τους εξαρτημένες από τους θύτες τους σε καμία περίπτωση δεν θα δεχτούν τον εγκλεισμό του συζύγου τους στη φυλακή γιατί θα κινδυνεύσει η επιβίωσή τους. Οι διατάξεις με τις βαριές πράγματι ποινές, θα πέσουν σε αχρησία, καθώς ελάχιστες  αφενός είναι οι γυναίκες οι πραγματικά ανεξάρτητες οικονομικά και αφετέρου γιατί το ζητούμενο για  τις περισσότερες  που υφίστανται κακοποίηση είναι να σταματήσει η βία εναντίον τους και εναντίον των παιδιών τους και να ξαναβρούν την καταρρακωμένη αξιοπρέπειά τους. Με την μη παροχή ουσιαστικής  βοήθειας προς τα θύματα η Ελλάδα παραβιάζει έναν από τους 7 δείκτες της δανικής Προεδρίας της ΕΕ (2002).

·        Δεν διακηρρύσει τι είδους  μέτρα προτίθεται να λάβει το κράτος για την εξάλειψη του φαινομένου, σε ποιους ξενώνες για παράδειγμα θα στεγαστούν οι γυναίκες πέραν αυτών που υπάρχουν στην πόλη των Αθηνών, αφού δεν υπάρχει κανένας ξενώνας σε λειτουργία, π.χ  Θεσσαλονίκη ή στη λοιπή Ελλάδα. Από  ποιους φορείς και ιδίως με τι προϋπολογισμούς θα γίνουν οι υποστηρικτικές υπηρεσίες, από τι ειδικότητες θα στελεχωθεί και πως θα εκπαιδευτεί το προσωπικό, ως προς τους εκπαιδευτές  τι ουσιαστικά και τυπικά προσόντα θα πρέπει να διαθέτουν;. Δυστυχώς ούτε κονδύλια προβλέπονται ούτε χρονοδιάγραμμα για την δημιουργία δομών.

 

Αθηνά Γούλιαρου - Δικηγόρος