Π ρ ο ς
Την Γενική Γραμματέα Ισότητας
κ. Ευγενία Τσουμάνη
Δραγατσανίου 8
Αθήνα 105 59
Κυρία Γενική Γραμματεύς,
Με την από 12.07.05 επιστολή σας, που συνοδεύει το παραληφθέν στις 15.07.05 Πόρισμα της Ομάδας Εργασίας του ΥΠΕΣΔΔΑ, για την αποστολή του οποίου σας ευχαριστούμε, ζητάτε την στήριξή μας για την προώθηση των προτάσεων του πορίσματος και ιδιαίτερα του πνεύματος αυτών των προτάσεων.
Λυπούμαστε που δεν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο αίτημά σας για την στήριξη αυτού του πορίσματος, του οποίου οι επί μέρους διατάξεις αλλά και το γενικότερο πνεύμα μας βρίσκουν απόλυτα αντίθετες.
Γενικές παρατηρήσεις:
1, Ανατρέχοντας στον κατάλογο των ονομάτων των μελών που συγκροτούν την Ομάδα Εργασίας για τη μελέτη και επεξεργασία του σχετικού πονήματος, διαπιστώνουμε ότι στην Ομάδα δεν μετέχει κανένας εμπειρογνώμονας επί του θέματος.
2. Συνέπεια της πιο πάνω παράλειψης: Τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του Πορίσματος διατρανώνει το ενδιαφέρον για τη στήριξη της οικογένειας υπό οποιουσδήποτε όρους, ενώ αδιαφορεί πλήρως για την κατάσταση της γυναίκας, έστω και αν πρόκειται για την εξαφάνιση της προσωπικότητας της τελευταίας.
Ειδικότερα:
1. Δεν μας βρίσκει σύμφωνες ο τίτλος του πορίσματος «αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και της βίας κατά συνοικούντων προσώπων».
Όπως σημειώνεται και από την Ομάδα Εργασίας, ο σχετικός όρος που επικράτησε διεθνώς είναι ο όρος «ενδοοικογενειακή βία». Ο όρος αυτός καλύπτει και τα συνοικούντα πρόσωπα. Συγκεκριμένα στον όρο «μέλη της οικογένειας» εντάσσονται α) ο άνδρας και η γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο, ανεξάρτητα αν ο γάμος αυτός υφίσταται ή όχι, ή συζούν ή συζούσαν μαζί, β) οι γονείς των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α, γ) τα τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α, ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων, καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στο ίδιο στοιχείο, δ) κάθε ανήλικο πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα
2. Σχετικά με τα σημειούμενα στις διαπιστώσεις της Ομάδας για τις κοινωνικές αντιλήψεις «αναφορικά με την μειονεκτική θέση της γυναίκας στην κοινωνία» (σελ. 5.παρ.2 του πορίσματος), θεωρούμε αναγκαία την αναφορά στο Πρόγραμμα Δράσης της Παγκόσμιας Διάσκεψης του Πεκίνου (παρ. 118), σύμφωνα με το οποίο «Η βία κατά των γυναικών είναι η έκφραση της ιστορικά διαπιστωμένης ανισότητας στις σχέσεις ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών, που οδήγησε στην κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών και στις διακρίσεις κατά των γυναικών, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ανάπτυξής τους». Στις σχετικές μελέτες τονίζεται ότι: η άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, από άντρες σε βάρος γυναικών, έχει κοινωνικές γενεσιουργές αιτίες τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα, που αποτελούν δομικό στοιχείο της κοινωνίας και εκφράζονται πέρα από την άμεση άσκηση βίας σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, όπως στην οικονομική και κοινωνική εξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα, στη μειονεκτική θέση των γυναικών στον τόπο της δουλειάς, στις χειρότερες ευκαιρίες μόρφωσης για κορίτσια και γυναίκες, στην υπο-παρουσίαση των γυναικών σε πολιτικές θέσεις κ.ά. Οι γυναίκες κακοποιούνται λόγω του φύλου τους. Οι άνδρες που βιαιοπραγούν το κάνουν για να επιβάλουν την εξουσία τους. Αναγνωρίζουν ότι ελέγχουν τη βία που ασκούν, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσωπο, το χρόνο, το χώρο και τα μέρη του σώματος που χτυπούν.
3. Σύγχυση προκαλεί η τοποθέτηση της Ομάδας στο κείμενο των προτάσεών της (σελ. 8 και επόμ.) που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τη διατύπωσή της (σελ. 7 στ. 13): « η Ομάδα συστήνει την άμεση επεξεργασία αυτοτελούς ειδικού νόμου». Το ερώτημά μας είναι: τι προτείνεται τελικά: η επεξεργασία αυτοτελούς ειδικού νόμου ή οι προσθήκες διατάξεων στους υπάρχοντες κώδικες;
Επαναλαμβάνουμε τη θέση της οργάνωσής μας: «Χρειαζόμαστε ένα νόμο σφαιρικό, προσαρμοσμένο στις επί μέρους περιπτώσεις αυτής της βίας, ο οποίος θα συνενώνει σε ένα μόνο κείμενο τις διατάξεις που κατά κανόνα εντάσσονται χωριστά στον ποινικό και τον αστικό κώδικα. Με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγονται οι πιθανές νομικές διενέξεις και οι λοιπές δυσκολίες που συνεπάγεται η εισαγωγή μιας υποθέσεως σε διαφορετικά δικαστήρια, συγχρόνως δε θα εξοικονομείται χρόνος, ενέργεια και δαπάνες».
4. Δεν θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τις υπό στ. Α 16 (σελ.9) προτάσεις του πορίσματος. Θα επανέλθουμε κατά την εκπόνηση του σχετικού νομοσχεδίου
5. Κάθετα αντίθετες είμαστε με την πρόταση για τη δημιουργία του θεσμού του διαμεσολαβητή (Β 17). Ο ισχυρισμός σχετικά με την υποχρέωση συμμόρφωσης με την Απόφαση – πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Μαρτίου 2001 δεν ευσταθεί, και στις χώρες όπου εφαρμόζεται δεν ισχύει για τα εγκλήματα της ενδοοικογενειακής βίας. Το εμφανιζόμενο δε ως πλεονέκτημα αυτής της επιλογής, επειδή δήθεν το θύμα θα έχει το θάρρος να καταγγείλει την πράξη, δείχνει άγνοια της πραγματικότητας. Είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιο από τα μέλη της Ομάδας Εργασίας ότι το θύμα της βίαιης συμπεριφοράς θα σπεύσει να καταγγείλει αυτή τη συμπεριφορά όταν γνωρίζει ότι αρκεί ο λόγος τιμής!!! του δράστη, περί μη επανάληψής της στο μέλλον, για να αποφύγει την ποινική δίωξη;
Απαράδεκτη εξ άλλου θεωρούμε και την αντίστοιχη πρόταση, σύμφωνα με την οποία: «Εφόσον ο παρέχων εξηγήσεις συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών εάν πρόκειται για κακούργημα και τριών (3) ετών εάν πρόκειται για πλημμέλημα, τότε η διαμεσολάβηση επάγεται την εξάλειψη της ποινικής αξίωσης της πολιτείας και εμποδίζει την δυνατότητα του παθόντος να προβάλει για την αυτή αιτία ενώπιον των δικαστηρίων αστικές αξιώσεις εξ αδικοπραξίας». Με την πρόταση αυτή το Πόρισμα εμφανίζεται να περιορίζει τα ατομικά δικαιώματα του πολίτη.
6. Ως προς τα σημειούμενα σχετικά με τη δημιουργία ξενώνων/καταφυγίων σε αποκεντρωμένο επίπεδο, (σελ.13, στ.28.δ) θυμίζουμε τη σχετική σύσταση της Ε.Επιτροπής για δημιουργία ξενώνων ανά 10,000 κατοίκους. Θεωρούμε αναγκαία τη θεσμοθέτηση της ίδρυσης των κατάλληλων μονάδων, καθώς και τη δημιουργία ικανοποιητικού ποσοτικά και ποιοτικά αριθμού κοινωνικών υπηρεσιών, τόσο για την υλική και ψυχολογική στήριξη των θυμάτων της βίας, όσο και για την αντιμετώπιση των δραστών της, αλλά και για την πρόληψη της άσκησής της. Παράλληλα θεωρούμε αναγκαία τη δημιουργία και λειτουργία μηχανισμού παρακολούθησης, ελέγχου και αξιολόγησης του όλου συστήματος αντιμετώπισης του προβλήματος.
7. Ως προς την σύσταση Διαρκούς Επιτροπής συντονισμού και παρακολούθησης των δράσεων για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (σελ.15, στ. 29 ε) και τις αρμοδιότητες αυτής της Επιτροπής, θυμίζουμε τη λειτουργία του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών[i]
Ελπίζουμε ότι θα λάβετε υπόψη σας τις παρατηρήσεις μας και δεν θα τις αγνοήσετε, όπως συνέβη με τις προτάσεις νόμου, που σας στείλαμε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 26 Ιουνίου τρεχ. έ. (Σας επισυνάπτουμε το σχετικό αποδεικτικό αποστολής τους)
Τέλος, παρακαλούμε για τη χορήγηση στην οργάνωσή μας αντιγράφων της σχετικής έρευνας και μελέτης (πρβλ. λειτουργία της Ομάδας, στ.Ι,4 σελ. 2,)
Ελπίζοντας στη θετική αντίδρασή σας, περιμένουμε την απάντησή σας.
Η Πρόεδρος της ΚΔΓ Η γενική Γραμματεύς
(Συντονίστρια το Εθνικού Παρατηρητηρίου
για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών)
Καίτη Παπαρρήγα Κωσταβάρα Ευαγγελία Γαζή
[i] Ή ίδρυση του Εθνικού Παρατηρητηρίου «για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών» εξαγγέλθηκε επίσημα στις 31 Μαϊου 2003, στα πλαίσια της προεδρίας της Ελλάδας στην ΕΕ. Το Εθνικό Παρατηρητήριο αποτελείται από δύο σκέλη: Το ένα σκέλος είναι ο κυβερνητικός φορέας, που μπορεί να είναι ένα ή και περισσότερα Υπουργεία και το άλλο οι συνεργαζόμενες ΜΚΟ που ασχολούνται με τη βία κατά των γυναικών. Στην Ελλάδα τον κυβερνητικό φορέα εκπροσωπεί η Γενική Γραμματεία Ισότητας και το εποπτευόμενο από αυτήν ΚΕΘΙ, οι δε ΜΚΟ στεγάζονται κάτω από την ομπρέλα του Δικτύου «για την καταπολέμηση όλων των μορφών της ανδρικής βίας κατά των γυναικών». Αποστολή του Παρατηρητηρίου είναι: Να παρακολουθεί τις δραστηριότητες της κυβέρνησης σε σχέση με τις δεσμεύσεις της και την κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών. Να υπογραμμίζει τα λάθη στις πολιτικές και τις βασικές δεσμεύσεις, κυρίως δείχνοντας πού βρίσκονται τα εμπόδια. Να γνωστοποιεί τα κριτικά και επείγοντα σημεία, να αναζητά και να διαμορφώνει τις συστάσεις πάνω στις οποίες θα δραστηριοποιείται. Να ετοιμάζει, στα πλαίσια του ρόλου του ως ανεξάρτητου συνασπισμού των γυναικείων ΜΚΟ, την εθνική έκθεση για τη βία κατά των γυναικών.