Απολογισμός της τέταρτης συνάντησης της ομάδας για την πολιτική
Η τέταρτη συνάντηση της ομάδας γυναικών για την πολιτική ξεκίνησε τη συζήτηση συνδεόμενη με το κείμενο που συμπύκνωνε τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη συνάντηση της ομάδας. Η Γλαύκη και η Τζένη προσπάθησαν να θέσουν ορισμένους άξονες σχετικά με την αναγκαιότητα ή την ανάγκη που αναδύεται για τη συνύπαρξη των γυναικών σε πολιτικό επίπεδο.
Η Τζένη έθεσε ως πρώτο ερώτημα το θέμα της «διαφοράς» του φύλου.
Η Γλαύκη με κέντρο τη διαφορά των φύλων διατύπωσε τις σκέψεις της, με αφετηρία προσωπικές εκτιμήσεις και εμπειρίες για το ότι στη σφαίρα της πολιτικής συναντά στοιχεία που δηλώνουν ή ενδεχομένως υποδηλώνουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Η έμφυλη διαφορά θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται όχι απαραίτητα σαν κάτι θετικό ή να αποτελεί κεντρικό στόχο. Η έμφυλη διαφορά μπορεί να τεθεί ως πρόβλημα, να εμπεριέχει την αίσθηση μιας διάκρισης όχι αναγκαστικά συνεχούς αλλά πολλές φορές ταπεινωτικής για τις γυναίκες.
Η Άννα συμπληρωματικά έκανε έναν παραλληλισμό σχετικά με τους ρόλους που προσδίδονταν στους άνδρες της αρχαίας Αθήνας και το ρόλο των δούλων και των γυναικών, όπου στις γυναίκες αποδίδονταν ένας διαχειριστικός πρακτικός νους επίλυσης προβλημάτων.
Η Γλαύκη συνεχίζοντας και επιχειρώντας να κάνει σαφή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη βιωματική σχέση με την πολιτική, έδωσε παραδείγματα από παρατηρήσεις συμμετεχουσών σε προηγούμενες συζητήσεις της ομάδας, παρατηρήσεις που προέρχονται από την εμπειρία τους και που, κατά τη γνώμη της, αποτελούν ενδείξεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες (στην προκειμένη περίπτωση οι ίδιες οι συμμετέχουσες στην ομάδα για την πολιτική) στις διάφορες πολιτικές συσσωματώσεις στις οποίες παίρνουν μέρος. Η Κυριακή συμφωνώντας έθεσε ως παράδειγμα ότι για να βγει μια γυναίκα στο δημόσιο χώρο πρέπει να κάνει πολύ περισσότερο κόπο, προσπαθώντας να προσαρμοστεί, σε τρόπους, όρια και περιεχόμενο που έχουν θέσει κάποιοι άλλοι που νέμονται το χώρο της πολιτικής (η ανδρική εξουσία δηλαδή), γεγονός που δείχνει αναμφισβήτητα ότι μάλλον υπάρχει κάποιο πρόβλημα.
Τέθηκε στην ομάδα ως πρόταση ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση έχοντας ως αφετηρία αρχικά τις εμπειρίες μας. Ξεκινώντας από το προσωπικό, το βιωματικό θα μπορούσαμε ως ομάδα να προσεγγίσουμε πιο εύστοχα και ολοκληρωμένα το πολιτικό. Επανήλθε το ερώτημα γιατί είναι αναγκαίο ένα δίκτυο γυναικών και τέθηκαν ζητήματα σχετικά με το κατά πόσο ένα δίκτυο γυναικών επιδιώκει ή όχι να καταργήσει την έμφυλη διάκριση, να αναδείξει το γυναικείο πρόσωπο ή να τοποθετηθεί κριτικά ως προς αυτό.
Η Άννα αναφέρθηκε στη σύγχρονη πραγματικότητα και το γεγονός ότι ενώ υπάρχουν δικαιώματα για μια σειρά από πολλά πράγματα κάτι φαίνεται να τραβάει τις γυναίκες από το μανίκι. Η Γλαύκη αναφερόμενη στο θέμα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ των δυο φύλων στην ιδιωτική σφαίρα, εξέφρασε τη δυσκολία να διαχωριστεί το ιδιωτικό από το πολιτικό.
Η Άννα μιλώντας για το χώρο του ιδιωτικού και τον καταμερισμό των εργασιών των οικογενειακών υποθέσεων συμφώνησε με τη Γλαύκη, θεωρώντας για παράδειγμα ότι η από κοινού ανάληψη της ευθύνης των παιδιών είναι πολιτικό θέμα.
Η Τζένη πρόσθεσε ότι θα πρέπει να μπει το θέμα της οικογένειας στο γυναικείο κίνημα. Η Άννα συμπλήρωσε ότι από εκεί ξεκίνησε αλλά δεν προωθήθηκε.
Η Γλαύκη συνέχισε λέγοντας ότι συχνά οι γυναικείες οργανώσεις προβάλλουν ως κύρια αιτήματά τους θέματα που αφορούν π.χ. τα παιδιά και τη φροντίδα τους, διαιωνίζοντας έτσι την άποψη ότι τα θέματα της οικογένειας, των παιδιών κ.τ.ό. αφορούν πρωτίστως ή κατ’ αποκλειστικότητα τις γυναίκες.
Η Αρετή συνέχισε με την άποψη ότι ο αντρικός ρόλος γίνεται συμπληρωματικός. Η κοινή ευθύνη της οικογένειας χρειάζεται μια αντίληψη των πραγμάτων που θα πρέπει να ενέχει και τους άντρες και άρα χρειάζεται ένας άλλος τρόπος συνύπαρξης των δυο φύλων. Οι άντρες για να είναι σύμμαχοι θα πρέπει να έχουν λόγους για την αλλαγή αυτή. Οι άντρες δεν έχουν λόγο να το θέλουν. Οι άντρες όντας συνειδητοποιημένοι θα έχουν την επιθυμία να σπάσουν τα δεσμά αυτά και άρα να αποδεσμευτούν από τα αντρικά πρότυπα. Αυτή η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από κάπου και συγκεκριμένα από τις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν μια κοινωνική τάξη, διεκδικώντας τη γυναικεία απελευθέρωση αλλά και αυτή των αντρών, οι οποίοι θα πρέπει να αποποιηθούν οφέλη.
Η Άννα εξέφρασε μια άποψη για τη σύνδεση της αναδυόμενης αστικής τάξης και κουλτούρας από το 18ο αιώνα και μετά και την ανάπτυξη και αποδοχή γυναικείων κινημάτων. Το φεμινιστικό κίνημα συμπλήρωσε το ιδεολόγημα του 1789 και διευκολύνθηκε από αυτό.
Η Γλαύκη διαφώνησε με τη θέση ότι ο φεμινιστικός λόγος ενσωματώθηκε με ευκολία και επανέφερε το ερώτημα γιατί αποτελεί αναγκαία συνθήκη η ύπαρξη γυναικών στο δίκτυο.
Η Στέλλα διατύπωσε την άποψη ότι προβάδισμα για την εμπειρία είναι η βιωμένη εμπειρία και ότι αποτελεί σημαντική συνθήκη για τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες μπορούν να συνδέονται με την πολιτική.
Η Τζένη διατύπωσε την άποψη ότι η γαλλική επανάσταση δεν άντεξε τη διαφορά του φύλου. Το ’70 η συζήτηση για την ισότητα έθετε ως ζήτημα το σύνθημα «ισότητα απέναντι στη διαφορά». Σήμερα όμως θα πρέπει να υπερασπισθεί ένας φεμινιστικός λόγος περισσότερο το αίτημα για «ισότητα με διαφορά», συμπεριλαμβάνοντας τη διαφορά. Οι γυναίκες δεν αποτελούν μια κοινωνική τάξη, καθώς προβάλλεται ένα διαταξικό πρόβλημα, με την κοινωνία να χωρίζεται σε δυο ομάδες ασυμφιλίωτες, που δεν μπορούν να αποτελέσουν μια μεικτή παρέα για να αντιπαρατεθούν με το θέμα του φύλου. Το θέμα το θέτουν πάντα οι γυναίκες, γιατί αυτές έχουν το πρόβλημα. Ίσως ο τρόπος για να ξεκινήσει η συζήτηση, ο δρόμος για το συλλογικό είναι μέσα από το βιωματικό- προσωπικό. «Οι γυναίκες πάνε στην πολιτική κάνοντας κάθετη βουτιά από το βιωμένο». Το ερώτημα σχετικά με το τι την κάνουμε τη διαφορά τίθεται από την Τζένη με τη μορφή ενός διλήμματος. Θα πρέπει να την ξεφορτωθούμε; Αυτό που φέρνουν οι γυναίκες έρχεται από τη διαφορά τους. Από την άλλη όμως η διαφορά είναι και διάκριση και υποτίμηση, ίσως και κάτι άλλο; Οι γυναίκες όμως, όπως συμπλήρωσε η Στέλλα, αρθρώνουν και κάτι άλλο, πιο οικείο. Η Τζένη επισημαίνει ότι η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν θετική έννοια ανάμεσα σε γυναίκες. Και απέναντι στους άντρες (συμπληρώνει η Στέλλα), καθώς (Αρετή) οι άντρες δεν βιώνουν τα συναισθήματα τους.
Η Γλαύκη αντέταξε τη διαφωνία της σε μια τέτοια νοηματοδότηση της διαφοράς, αφού, όπως ανέφερε και στην αρχή της συζήτησης, η διαφορά γι’ αυτήν είναι πολύ περισσότερο πρόβλημα παρά θετική έννοια η οποία μπορεί να γίνει στη συνέχεια αίτημα.
Η Έμη διαπιστώνει, ότι οι γυναίκες πολλές φορές μπαίνουν σε μια διαδικασία να αποστασιοποιηθούν από τα συναισθήματα τους, υιοθετώντας έναν αντρικό τρόπο προσέγγισής τους.
Η Κυριακή εξετάζοντας το ζήτημα της οργάνωσης των γυναικών σε δίκτυο, προτάσσει ως σημαντικό το βιωματικό στοιχείο και την καινούρια εμπειρία που φέρνουν οι νέοι τρόποι οργάνωσης που έγιναν ορατοί μέσα από το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, οριζόντιοι, αντιιεραρχικοί, χωρίς μέλη και ομοιογενείς απόψεις, όπως τα δίκτυα. Στο ζήτημα της αυτοοργάνωσης σημαντική είναι η κατάκτηση της αυτοσυνείδησης των γυναικών σε θέματα που άπτονται σε κεντρικές πτυχές της καθημερινότητάς τους και των ρόλων που αναλαμβάνουν και σχετίζονται με τη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους. Αυτά θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο και μιας γυναικείας συλλογικότητας και να αποτελούν προϋπόθεση και στόχο της. Επιπλέον να τοποθετούμαστε μακριά από λογικές θυματοποίησης των γυναικών γιατί αυτό δεν βοηθάει ούτε την αυτοσυνείδηση, ούτε την απελευθέρωσή μας.
Η Αρετή διατύπωσε την άποψη ότι η μητρότητα αποτελεί μια πολιτική πράξη. Εκφράστηκαν διαφωνίες από Τζένη και Έμη, ότι μια τέτοια στάση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ακόμη τρόπος να αναλαμβάνει και πάλι η γυναίκα μια ιδιαίτερη θέση ευθύνης μέσα στην οικογένεια, υποτασσόμενη και πάλι στις ανάγκες των άλλων μελών.
Η συζήτηση άρχισε να κλείνει με κάποια ερωτήματα τα οποία απασχόλησαν την ομάδα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης για την επόμενη συνάντηση, όπως αυτά διατυπώθηκαν από την Γλαύκη και την Τζένη. Πώς εννοούμε τη διαφορά; Πώς διαφοροποιούμαστε; Την διατηρούμε ή όχι;
Η Ελένη Χ. δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στη συνάντηση, όταν όμως διάβασε το παραπάνω κείμενο, μας έστειλε κάποια ερωτήματά της σχετικά με συγκεκριμένα σημεία της συζήτησης, τα οποία παρατίθενται εδώ παρακάτω αυτούσια:
>Η Τζένη πρόσθεσε ότι θα πρέπει να μπει το θέμα της οικογένειας στο γυναικείο κίνημα. Η Άννα συμπλήρωσε ότι από εκεί ξεκίνησε αλλά δεν προωθήθηκε.>
Και πώς να προωθηθεί αφού είναι «η κονσέρβα με τα σκουλήκια» που λένε οι Εγγλέζοι; και πώς να τεθεί αφού σχετικά πολύ πρόσφατα οι γυναίκες άρχισαν να λένε ότι η μητρότητα δεν είναι χαράς ευαγγέλια και τα παιδιά δεν είναι μόνο χαρά; Και πώς να πάρει προτεραιότητα με τους νόμους με τις ποσοστώσεις που θεωρώ ταπεινωτικές και πατερναλιστικές για τις γυναίκες; Δείτε λίγο: μουσουλμάνοι, γυναίκες, ανάπηροι, ομογενείς και άλλες ομάδες που υστερούν που τις βλέπουμε κατώτερες, έχουν το προνόμιο των ποσοστώσεων σε διάφορους τομείς. Είναι δυνατόν να φανταστούμε ποσοστώσεις για άντρες; Όχι βέβαια.
>Οι άντρες για να είναι σύμμαχοι θα πρέπει να έχουν λόγους για την αλλαγή αυτή. Οι άντρες δεν έχουν λόγο να το θέλουν. Οι άντρες όντας συνειδητοποιημένοι θα έχουν την επιθυμία να σπάσουν τα δεσμά αυτά και άρα να αποδεσμευτούν από τα αντρικά πρότυπα. Αυτή η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από κάπου και συγκεκριμένα από τις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν μια κοινωνική τάξη, διεκδικώντας τη γυναικεία απελευθέρωση αλλά και αυτή των αντρών, οι οποίοι θα πρέπει να αποποιηθούν οφέλη.>
Ξέρετε κανέναν, καμία ομάδα ποτέ στην ιστορία που οικειοθελώς αποποιήθηκε οφέλη; και όσο υπάρχει το λεγόμενο βιολογικό ρολόι, δεν ξέρω πώς θα γίνει οι γυναίκες να είναι αλλιώς. Οι άντρες πάντως γιατί να αλλάξουν; γιατί θεωρητικά τους λένε οι φεμινίστριες ότι θα είναι καλύτερες οι σχέσεις τους; Πώς δηλαδή πείθεις κάποιον να κάνει δουλειές (κατώτερα πράγματα) όταν εσύ (ως γυναίκα) με την πρώτη ευκαιρία τις αναθέτεις σε κάποια κατώτερη γυναίκα (σπανιότερα σε έναν κατώτερο από εσένα άνδρα); Δηλαδή, μου φαίνεται (και ας με πείτε ό,τι θέλετε), ότι το σύνθημα που έλεγε ότι η θέση της γυναίκας θα αλλάξει όταν αλλάξει η κοινωνία δεν είναι και τόσο αναληθές...
>Αυτό που φέρνουν οι γυναίκες έρχεται από τη διαφορά τους. Από την άλλη όμως η διαφορά είναι και διάκριση και υποτίμηση, ίσως και κάτι άλλο; Οι γυναίκες όμως, όπως συμπλήρωσε η Στέλλα, αρθρώνουν και κάτι άλλο, πιο οικείο. Η Τζένη επισημαίνει ότι η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν θετική έννοια ανάμεσα σε γυναίκες. Και απέναντι στους άντρες (συμπληρώνει η Στέλλα), καθώς (Αρετή) οι άντρες δεν βιώνουν τα συναισθήματα τους.>
Από τη βιολογική τους ή την κοινωνική τους διαφορά; Εάν είναι από τη βιολογική τους δε χρειάζεται συζήτηση. Εάν είναι από την κοινωνική τους, το θέμα αλλάζει. Από κει και πέρα σας χάνω. Δεν καταλαβαίνω πώς η διαφορά που φέρουν οι γυναίκες μπορεί να αντιμετωπιστεί ως θετική, εφόσον προκύπτει από κοινωνικές διαφορές και όχι γενετικές. Δηλαδή να είναι ίδιος ο συναισθηματικός λόγος (εάν τον θεωρήσουμε de facto γυναικείο που εγώ δεν το πιστεύω) με τον επιστημονικό και τον πολιτικό (που είναι κατ’ εξοχήν ανδρικός;) Κορίτσια, διαισθητικά και δεν ξέρω πώς μπορώ να το εκφράσω (εάν είχα μπορέσει θα σας έστελνα άρθρο σε μορφή pdf!!!) νομίζω ότι αυτό της διαφοράς το χειρίζονται καλά οι ομοφυλόφιλοι στο κίνημά τους. Οι εστίες της διαφοράς γίνονται πολλαπλές, δεν υπάρχει πια το δίπολο (ασχέτως που κάποιες φορές βλέπουμε εκθυλισμένους άνδρες και αρρενωποιημένες γυναίκες ομοφυλόφιλους) άνδρας-γυναίκα και τα θεωρητικά εργαλεία ακονίζονται καλύτερα. Πάντως για μένα όλα αυτά δοκιμάζονται μόνο έξω από το σπίτι, δηλαδή όταν η γυναίκα μπορεί να είναι στο δημόσιο χώρο. Και εκεί που σας έχασα τελείως είναι η άποψη της Αρετής: «οι άντρες δεν βιώνουν τα συναισθήματα τους», πώς γίνεται αυτό το θαύμα; Εννοείς, Αρετή, δε μιλούν γι’ αυτά, δεν τα εξωτερικεύουν. Αυτό είναι άλλο από το δεν τα βιώνουν. Τα συναισθήματα πάντοτε βιώνονται.
>Η Αρετή διατύπωσε την άποψη ότι η μητρότητα αποτελεί μια πολιτική πράξη. Εκφράστηκαν διαφωνίες από Τζένη και Έμη, ότι μια τέτοια στάση μπορεί να λειτουργήσει ως έναν ακόμη τρόπο να αναλαμβάνει και πάλι η γυναίκα μια ιδιαίτερη θέση ευθύνης μέσα στην οικογένεια, υποτασσόμενη και πάλι στις ανάγκες των άλλων μελών.>
Καθόλου δεν καταλαβαίνω και εγώ πώς η μητρότητα αποτελεί πολιτική πράξη και όχι μία πράξη επιθυμίας. Διάβασα για μία κυρία στις Επιλογές της Μακεδονίας που έχει πέντε παιδιά και είναι χαρούμενη ως Αμερικάνα... Ας είναι η μητρότητα επιλογή μας κατ’ αρχήν και, στη συνέχεια, ας θωρακίσουμε το θέμα με νόμους και δικαιώματα κ.λπ. αλλά πολιτική πράξη η εγωιστική μου επιθυμία να παίζω με ένα μωρό, η επιθυμία μου να αφήσω κάτι από τον εαυτό μου, η επιθυμία δύο ανθρώπων να δώσουν μία συνέχεια σε αυτό που κάνουν; Ότι η μητρότητα έχει πολιτικές επιπτώσεις, το καταλαβαίνω αλλά και ο γάμος έχει. θα χαρακτήριζε καμία μας το γάμο ως πράξη πολιτική;