Υπάρχει κάτι που είναι μπροστά στα μάτια μας. Κάτω από το βλέμμα μας. Και το βλέμμα μας αντί να το αποκαλύπτει, αντιθέτως το καλύπτει. Είναι αυτή η ιδιόμορφη πρεσβυωπία της ιστορίας που χάνει τον μικρό χρόνο εις βάρος του μεγάλου. Ο μικρός χρόνος του καθημερινού και του οικείου, του δικού μας δηλαδή, θυσιάζεται στο βωμό του μακρινού, του καθολικού, του ιδεώδους στόχου. Έτσι χρόνια ολόκληρα όχι μόνο στο γυναικείο χώρο- κατά κύριο λόγο στους άλλους χώρους της πολιτικής- υφάνθηκαν σχέδια μεγάλης πνοής για το αύριο που αργεί, για τους άλλους που είναι αλλού. Τόποι και χρόνοι ξένοι. Εμείς, όλοι εμείς όμοιοι μεταξύ μας και συνεννοημένοι.
Αυτό το κάτι που είναι μπροστά στα μάτια μας είναι αυτό που έχουμε. Αυτό που συμβαίνει. Η συνάντηση δηλαδή 30, 40, 50 από τη πρώτη στιγμή, γυναικών. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι αυτό το συμβάν της συνάντησης ήταν ανταπόκριση στο κάλεσμα για τη δημιουργία Δικτύου γυναικών στην πόλη μας. Ξέρω ότι καμιά μας δεν το ξέχασε. Άλλωστε η Νίκη έχει μετρήσει την επανάληψη της λέξης «χαλαρά» (χαλαρή σύνδεση, χαλαροί ρυθμοί) ήδη από το πρώτο ραντεβού. Αυτό κατά τη γνώμη μου υποδηλώνει ένα τραύμα από μια άλλη μορφή οργάνωσης που υπήρξε πρότυπο για μια μεγάλη περίοδο έτσι ώστε το τραύμα ή την αποστροφή να τη φέρουμε όλες, ενταγμένες ή όχι σ΄ αυτή. Αλλά κυρίως πανηγυρίζει για μια άλλη μορφή αποτελεσματικότητας και μια άλλη μορφή ένταξης. Η ανάδειξη μοντέλων μη εξουσιαστικής και ιεραρχημένης οργάνωσης, η χρήση του λόγου ως μη ολοκληρωτικού είναι ζητήματα που τέθηκαν δυο δεκαετίες και βάλε από το φεμινιστικό κίνημα και εμβολιάστηκαν μετέπειτα και στα άλλα πολύχρωμα κινήματα της εποχής. Αυτό που τώρα μας συμβαίνει όμως, είναι η εισαγωγή μιας νέας κουλτούρας πολιτικής συμβίωσης. Η προσέλευση ως άτομα και ως ομάδες, η αποδοχή του διαφορετικού και η συζήτηση ως πράξη. Και πάνω απ΄ όλα η ένταξη με έδραση την επιθυμία και η αναγωγή αυτής της επιθυμίας σε πολιτικό μέγεθος. Διότι εάν θεωρήσουμε ότι μια γυναίκα στη δική μας κατάσταση- και ποια είναι αλήθεια η κατάσταση, είναι ίδια για όλες που βρισκόμαστε εδώ μέσα;- δεν έχει λόγους ιδιαίτερους να δυσανασχετεί για τη θέση της. Τότε τι είναι αυτό που τη φέρνει εδώ; Σα να λέμε μια γυναίκα που έχει μια καλή δουλειά, μια σωστή σχέση και –εάν είναι ετεροφυλόφιλη- και μια καλή οικογένεια είναι ακριβώς η κατάσταση που το γυναικείο ζήτημα έχει τελειώσει γι΄ αυτήν.
Τι είναι, λοιπόν, αυτό που δεν τελειώνει;
Και τι είναι αυτό που δεν τελειώνει για μια γυναίκα που έχει αποδεχτεί ότι δεν εντάσσεται στην πολιτική για να λύσει τα προβλήματα των άλλων, που απλώς συγκινείται αυθόρμητα από τον πόνο, από τη φτώχεια και το θάνατο που δεν χτυπάνε την πόρτα της;
Συχνά μου έρχεται να αναφέρω δυο παραδείγματα που λένε κάτι πάνω στο θέμα αυτό. Πρώτα, αυτό που μας είπε μια Αλβανή μετανάστρια στην ενημερωτική της Π.Π.Γ. Λυπόταν που έλειπαν οι ομοφυλόφιλες γυναίκες διότι την ενδιέφερε να συζητήσει μαζί τους «γιατί ο τρόπος που <χειρίζουν> αυτές τον ρατσισμό την βοηθάει να καταλάβει το ρατσισμό που δέχεται η ίδια ως γυναίκα- μετανάστρια».
Ύστερα, στην ίδια κουβέντα η Βαγγελίτσα ανάφερε την ύπαρξη Ομάδας Αθίγγανων Γυναικών Δενδροποτάμου. Αυθόρμητα σκέφτηκα να πάμε να τις βρούμε. Δεύτερη σκέψη: τι θα τους πούμε; Τι θέλω να τους πω. Τι θέλω από αυτές που να είναι ειλικρινές και αποτελεσματικό για τη δική τους ζωή και για τη δικιά μου;
Καταλήγοντας πιστεύω ότι με το εγχείρημα του Δικτύου, μετά από την εμπειρία των όσων εισάγονται στην πολιτική με τα νέα κινήματα μπορούμε να ιχνηλατήσουμε το νέο χώρο της πολιτικής και μακάρι να συμμετέχουμε στην άρθρωση της νέας γλώσσας της. Αν βρούμε τους δρόμους και τους τρόπους της δικής μας ένταξης μπορούμε να λύσουμε αυτά τα προβλήματα επικοινωνίας με τις «άλλες γυναίκες εκεί έξω» και να απαλείψουμε τις «ασυμβατότητες» που θεωρούμε ότι υπάρχουν.
Τζένη Οικονομίδη