|
Οικογένεια και
Γονιμότητα στην Ελλάδα - ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΤΑ ΓΕΝΕΕΣ
ΧΑΡΙΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ
Σε
μια εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία, αν αυτό κριθεί με βάση τις ευκαιρίες άμεσης
αξιοποίησης των ευρημάτων, συμπερασμάτων και προτάσεών του, κυκλοφόρησε πολύ
πρόσφατα από τις εκδόσεις Σάκκουλα το βιβλίο της Χάρις Συμεωνίδου
«Οικογένεια και γονιμότητα στην Ελλάδα». Εννοούμε την συγκυρία των δημοτικών
εκλογών και τις συζητήσεις που προκαλούνται γύρω από τον ρόλο του Δήμου και
ειδικότερα σε θέματα κοινωνικής πολιτικής.
Διανύουμε μια εποχή που συντελούνται «σημαντικές μεταβολές στις τάσεις
συμβίωσης και αναπαραγωγικής συμπεριφοράς του πληθυσμού» όπως σημειώνεται
στον πρόλογο του καθηγητή Miroslav Macura, διευθυντή πληθυσμιακής Μονάδας
του ΟΗΕ για την Ευρώπη. Οι μεταβολές αυτές αφορούν στην καθυστέρηση και
μείωση πρώτων γάμων, αύξηση διαζυγίων και συμβιώσεων εκτός γάμου,
καθυστέρηση απόκτησης παιδιών, αύξηση γεννήσεων εκτός γάμου, αύξηση όσων δεν
αποκτούν κανένα παιδί. Η διερεύνηση «όλων αυτών των κοινωνικών κατηγοριών
που συνυφαίνουν το σύνθετο πλέγμα της γονιμότητας, της διάρθρωσης της
ελληνικής οικογένειας», όπως σημειώνει επίσης στον πρόλογό του ο Διευθυντής
του Ινστιτούτου Κοινωνικής Πολιτικής του ΕΚΚΕ καθηγητής Ιωάννης Σακέλλης,
είναι απαραίτητο βοήθημα για όποιον θα ήθελε να ασκηθεί μια αποτελεσματική
πολιτική. Οι διαμορφούμενες τάσεις εξασθένησης των οικογενειακών δεσμών, που
ως τώρα αναπληρώνουν το ισχνό ελληνικό κράτος πρόνοιας, πιέζουν να ορισθεί
πολιτική που λαμβάνει υπ� όψη τις συνέπειες τους. Για παράδειγμα, οι
πιθανότητες να βρεθούν σε κατάσταση αποκλεισμού και φτώχειας ευρείες
κοινωνικές κατηγορίες είναι πολύ μεγάλες.
Σε ένα τέτοιο έργο οφείλει να είναι πρωταγωνιστής ο Δήμος και όχι, απλώς,
κακός διεκπεραιωτής «έργου με το κομμάτι» που του ορίζει η κεντρική πολιτική
εξουσία. Η «Εποχή» αναδημοσιεύει σήμερα ενδεικτικά αποσπάσματα απ� αυτή την
εργασία η οποία να σημειώσουμε επαινέθηκε από τους ίδιους τους συναδέλφους
της συγγραφέως, για την ποιότητά της και την πρωτοποριακή της προσέγγιση.
Π. Κ.
«Ένας βασικός στόχος της έρευνας, εκτός από τη συγκρισιμότητα με τις άλλες
έρευνες, ήταν να ερευνηθούν, χωριστά για άνδρες και γυναίκες, οι
κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες που επιδρούν στην εξέλιξη της οικογένειας
και στη μείωση της γονιμότητας στην Ελλάδα (μετά το 1983, η γονιμότητα
βρίσκεται συνεχώς κάτω από το όριο αναπλήρωσης των γενεών και πρόσφατα στην
τελευταία κλίμακα σε παγκόσμιο επίπεδο). Η βιογραφική προσέγγιση της
παρούσας μελέτης προσφέρει την ευκαιρία να συσχετισθούν τα ιστορικά
εκπαίδευσης και απασχόλησης, με τις ατομικές βιογραφίες των οικογενειακών
γεγονότων (family events) όπως π.χ. τη γέννηση των παιδιών μέσα στο γάμο.
Η έρευνα παρουσιάζει μια γενική εικόνα των σημαντικών γεγονότων του κύκλου
ζωής ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα, γεγονότων όπως η αναχώρηση από το
πατρικό σπίτι, η δημιουργία και η διάλυση σχέσεων (γάμων, συμβιώσεων), η
γέννηση παιδιών, η αντισύλληψη, το ιστορικό εκπαίδευσης και εργασίας.
Επιπλέον, παρουσιάζει τις προτιμήσεις των ερωτώμενων σχετικά με τη
γονιμότητα, καθώς και τις σχετικές αξίες και αντιλήψεις τους.
Αξίες και αντιλήψεις
Οι αξίες και οι αντιλήψεις σε μια κοινωνία μεταβάλλονται διαχρονικά
ακολουθώντας το γενικότερο ρεύμα των πολιτιστικών μεταβολών της κοινωνίας.
Αυτές οι μεταβολές συνδέονται στενά με τις δημογραφικές εξελίξεις και
επηρεάζουν, ανάμεσα στ� άλλα, τη συμπεριφορά γονιμότητας και τις τάσεις
σχηματισμού της οικογένειας.
Ωστόσο, οι αξίες και αντιλήψεις, όπως εκφράζονται μέσα από τα αποτελέσματα
των σχετικών ερευνών, είναι συχνά αντιφατικές σε σχέση με την καθημερινή
πρακτική. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό. Παρά το
γεγονός ότι οι αξίες και αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά τις
τελευταίες δεκαετίες, όσον αφορά στον ατομικισμό, τους ρόλους των δυο φύλων,
τη σεξουαλική συμπεριφορά, την ευθύνη ως προς το γάμο και ως προς την
ανατροφή των παιδιών, οι απόψεις των ερωτώμενων απέχουν συχνά κατά πολύ από
την καθημερινή πρακτική τους.
Ειδικότερα, ο γάμος είναι ένας πολύ ισχυρός θεσμός στην Ελλάδα. Τα σχετικά
δεδομένα τα σχετικά με τις αξίες και τις αντιλήψεις υποστηρίζουν πλήρως αυτό
το εύρημα: Μόνο 11% των γυναικών και 15% των ανδρών πιστεύουν ότι ο γάμος
είναι ξεπερασμένος θεσμός.
Ακόμη δε και στη νεότερη ομάδα ηλικιών (18-19 ετών) οι απαντήσεις δεν
διαφέρουν σημαντικά (10% για τις γυναίκες και 20% για τους άνδρες).
Επιπλέον, πολύ υψηλά ποσοστά μεταξύ γυναικών και ανδρών (96% και 93
αντίστοιχα) συμφωνούν ότι «θα ήταν καλό αν δινόταν στο μέλλον μεγαλύτερη
έμφαση στην οικογενειακή ζωή», ενώ δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές σε
σχέση με την ηλικία, ως προς τη συμφωνία / διαφωνία των ερωτώμενων με το
θέμα. Ωστόσο, αν και ο γάμος εξακολουθεί να αποτελεί σχεδόν την αποκλειστική
μορφή οικογένειας και εκτιμάται πολύ θετικά ως θεσμός στην ελληνική
κοινωνία, υπάρχει ευρεία αποδοχή εναλλακτικών σχημάτων σε σχέση με την
απόκτηση παιδιών. Ίδια ποσοστά γυναικών και ανδρών (62,4%, συμφωνούν ότι
«εάν μια γυναίκα θέλει να αποκτήσει ένα παιδί χωρίς να παντρευτεί ή να έχει
μόνιμη σχέση με κάποιον άνδρα, τότε πρέπει να μπορεί να το αποκτήσει». Οι
διαφορές κατά ομάδες ηλικιών είναι μικρές, αν και πρέπει να αναφερθεί ότι σε
μερικές περιπτώσεις τα ποσοστά είναι υψηλότερα στους άνδρες από ό,τι στις
γυναίκες (π.χ. στην ομάδα 40-44 ετών, 60% των γυναικών και 70% των ανδρών
συμφωνούν με την παραπάνω άποψη). Ωστόσο, τα γεγονότα σε αυτή την περίπτωση
διαφέρουν αρκετά από τις αντιλήψεις τους και συνάδουν με την άποψη σχετικά
με τη σπουδαιότητα του θεσμού του γάμου: Παρά την γενική αποδοχή ως προς το
δικαίωμα των γυναικών να αποκτούν παιδιά χωρίς γάμο ή χωρίς να βρίσκονται σε
μια σταθερή σχέση, οι γεννήσεις παιδιών εκτός γάμου στην Ελλάδα είναι, όπως
ήδη ειπώθηκε, οι χαμηλότερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Η ηλικία έναρξης της σεξουαλικής ζωής φαίνεται να μην έχει μεταβληθεί τις
τέσσερις τελευταίες δεκαετίες: το 19ο έτος για τις γυναίκες και το 17ο έτος
για τους άνδρες. Ωστόσο, τα ποσοστά όσων χρησιμοποιούν αντισύλληψη κατά την
πρώτη τους σεξουαλική επαφή έχουν αυξηθεί συγκριτικά με το παρελθόν. Για
παράδειγμα, η μεγάλη πλειονότητα των νέων ερωτώμενων, ηλικίας 18-24 ετών
κατά την εποχή της συνέντευξης (87% των γυναικών και 92% των ανδρών)
αναφέρουν ότι είχαν χρησιμοποιήσει αντισύλληψη κατά την πρώτη τους
σεξουαλική επαφή, ενώ αυτά τα ποσοστά είναι σαφώς χαμηλότερα στην ηλικιακή
ομάδα των 45-49 ετών (87% για τις γυναίκες και 64% για τους άνδρες).
Σχετικά με τις αξίες των ερωτώμενων για θέματα οικογένειας, είναι σημαντικό
να σημειωθεί ότι υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ των εκφραζόμενων αξιών και των
καθημερινών πρακτικών. Για παράδειγμα, αν και ο γάμος είναι ένας πολύ
ισχυρός θεσμός στην Ελλάδα και τα ποσοστά των παιδιών εκτός γάμου είναι πολύ
χαμηλά, υπάρχει μια αυξημένη ανοχή έναντι των εναλλακτικών μορφών απόκτησης
παιδιών. Επιπλέον, μεγάλες διαφορές παρατηρούνται μεταξύ της θετικής στάσης
των ανδρών ως προς την κατανομή των οικιακών εργασιών και της πρακτικής της
μη � κατανομής των εργασιών αυτών. Η Ελλάδα βρίσκεται (μαζί με την Ισπανία)
στη χαμηλότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ ως προς αυτόν τον τομέα,
εφόσον σχεδόν το 100% των οικιακών εργασιών και της φροντίδας των παιδιών
γίνεται αποκλειστικά από τις γυναίκες.
Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, φαίνεται ότι στην Ελλάδα, η σχετικά έντονη οικονομική
ανάπτυξη που σημειώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν συνοδεύτηκε από
ανάλογη σημαντική ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, παρόμοια με αυτή που
παρατηρήθηκε σε όλες σχεδόν της δυτικές κοινωνίες. Το κράτος πρόνοιας
παραμένει ισχνό και ελλειμματικό. Ο υποστηρικτικός ρόλος της οικογένειας
αντισταθμίζει, σε ένα βαθμό, την ανικανότητα του κράτους να καλύψει τις
κοινωνικές ανάγκες και ο ρόλος των γυναικών είναι σημαντικότατος για την
φροντίδα των νεότερων και γηραιότερων μελών της.
Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη η μειωμένη συμμετοχή των γυναικών στο
εργατικό δυναμικό και τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας. Παρά το γεγονός ότι η
οικογένεια στην Ελλάδα εξακολουθεί να αξιολογείται ως πολύ σημαντικός θεσμός
(χαμηλά ποσοστά διαζυγίων, χαμηλά ποσοστά συμβιώσεων εκτός γάμου, μικρός
αριθμός γεννήσεων εκτός γάμου και θετικές απόψεις των ερωτώμενων για την
οικογένεια), τα ζευγάρια τείνουν να αποκτούν μικρότερο αριθμό παιδιών από
αυτόν που επιθυμούν, λόγω σοβαρών κοινωνικο-οικονομικών δυσχερειών.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ο γάμος εξακολουθεί να είναι ισχυρός θεσμός στην
Ελλάδα, δεν πρέπει απαραίτητα να ερμηνευθεί με βάση τις πιο παραδοσιακές
οικογενειακές αξίες ή προσανατολισμούς της κοινωνίας σε σχέση με τις
υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Η ασθενής θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας
και το γεγονός ότι επιβαρύνονται στο να υποκαθιστούν, σε μεγάλο βαθμό, το
κράτος πρόνοιας, τις οδηγεί στο να μην αποφασίζουν το διαζύγιο και να
συντηρούν συχνά αποτυχημένους γάμους. Η συμβίωση χωρίς γάμο λειτουργεί
κυρίως ως μια προγαμιαία δοκιμή και δεν εντάσσεται σε κάποιο νομικό πλαίσιο.
Ωστόσο, οι νεότερες γενεές συμβιώνουν περισσότερο και παντρεύονται
λιγότερο.,
Με δεδομένη την παραπάνω κατάσταση και αν οι οικογενειακοί δεσμοί
μακροπρόθεσμα εξασθενίσουν, οι δευτερογενείς συνέπειες που θα προκύψουν για
ολόκληρη την κοινωνία θα είναι εξαιρετικά σοβαρές. Πολλά εξαρτώμενα άτομα
που τώρα προστατεύονται από την οικογένεια, των ίδιων των γυναικών
συμπεριλαμβανομένων, θα βρεθούν πιθανά σε κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού
αποκλεισμού. Επομένως, είναι σημαντικό αυτές οι κοινωνικές αλλαγές και
πιθανότητες να ληφθούν σοβαρά υπόψη όταν ανιχνεύονται νέες κοινωνικές
πολιτικές και εισάγεται νέα νομοθεσία σχετικά με τη σύσταση ή τη διάλυση των
σχέσεων, αλλά και σχετικά με τα εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας. Τέλος όσον
αφορά στη μείωση της γονιμότητας, μέτρα για την εναρμόνιση της εργασιακής
και οικογενειακής ζωής και διάφορα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα που
υποστηρίζουν την οικογένεια θα μπορούσαν να συμβάλλουν στο να αποκτήσουν τα
ζευγάρια τον επιθυμητό αριθμό παιδιών».
|