Δημόσιο έγγραφο

                                                                                                                           

 

διεθνής αμνηστία

 

Ελλάδα

Σχολιασμός του τροποποιημένου
Σχεδίου Νόμου «Για την Αντιμετώπιση
της Ενδοοικογενειακής Βίας»

 

Σεπτέμβριος 2006                                                                                                                                  

 

Γενικές παρατηρήσεις

 

Το τροποποιημένο σχέδιο νόμου «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», το οποίο κατατέθηκε στις 27 Ιουλίου στη Βουλή από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ενώ είχε προηγηθεί δημόσια διαβούλευση με κοινωνικούς φορείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις, έχει υποστεί ορισμένες αλλαγές. Ωστόσο, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές ελλείψεις, τις οποίες η Διεθνής Αμνηστία είχε επισημάνει στην κριτική της επί του αρχικού σχεδίου νόμου[1] (20 Φεβρουαρίου 2006) και οι οποίες συμπεριελήφθησαν στις σχετικές παρατηρήσεις της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Παρατηρείται αλλαγή στο πνεύμα και τη γλώσσα της Αιτιολογικής Έκθεσης του τροποποιημένου σχεδίου νόμου ως προς την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως είχε συστήσει η Διεθνής Αμνηστία. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι η ενδοοικογενειακή βία στρέφεται πρωτίστως κατά των γυναικών, «παραβιάζοντας ευθέως την αρχή της ισότητας των δυο φύλων [...] με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται [...] η ελεύθερη ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας».

 

Επίσης, στην αναθεωρημένη Αιτιολογική Έκθεση αναγνωρίζεται «η ενδοικογενειακή βία […] ως σοβαρή κοινωνική παθογένεια, που παραβιάζει ατομικές ελευθερίες κυρίως των γυναικών, οι οποίες και πλήττονται σε μεγάλο βαθμό από το φαινόμενο». Οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις κρίνονται αναγκαίες και θετικές, ωστόσο ανεπαρκείς καθώς δεν γίνεται πλήρης αναφορά στο περίπλοκο πρόβλημα της βίας κατά των γυναικών. Όπως είχε επισημάνει αρχικώς η Διεθνής Αμνηστία, «[…] μία σύγχρονη νομοθεσία θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι η βία στην οικογένεια [...] σχετίζεται με την ίδια την οργάνωση της κοινωνίας και τις σχέσεις ισχύος μεταξύ των δυο φύλων, διαιωνίζοντας διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και αναπαράγοντας στερεότυπα». Γι’ αυτό και θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα από το νομοθέτη όχι μόνο για την αρωγή, τη στήριξη και την προστασία του θύματος, καθώς και την τιμωρία του δράστη, αλλά και για την εξάλειψη των στερεοτύπων, την κατάργηση των διακρίσεων και την πρόληψη, στοιχεία τα οποία απουσιάζουν και από το τροποποιημένο σχέδιο νόμου.

 

Αποσαφηνίζονται οι τροποποιημένες διατάξεις που προβλέπουν ότι η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού του γάμου και ότι αναγνωρίζεται ο βιασμός και η κατάχρηση σε ασέλγεια εντός του γάμου και ποινικοποιούνται. Στην Αιτιολογική Έκθεση αναφέρεται συγκεκριμένα, ότι «[...] ορισμένα γενετήσια εγκλήματα, όπως ο βιασμός και η κατάχρηση σε ασέλγεια, περιλαμβάνονται στις μορφές ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες ποινικοποιούνται, [και] η χώρα μας προσαρμόζει την εσωτερική νομοθεσία σύμφωνα με όσα αναφέρονται για το συγκεκριμένο φαινόμενο [...] στη Διακήρυξη του ΟΗΕ για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών (1993) και στη σύμβαση CEDAW για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών».

 

Θετική κρίνεται η μνεία που γίνεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου σχεδίου νόμου, της Διακήρυξης του ΟΗΕ για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών και της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Κατάργηση κάθε Μορφής Διάκρισης σε Βάρος των Γυναικών και μάλιστα σε συσχετισμό με το άρθρο 2 του σχεδίου νόμου, το οποίο αφορά την απαγόρευση της άσκησης βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας. Στο σημείο αυτό φαίνεται πάλι να έλαβαν υπόψη τους οι συντάκτες του σχεδίου νόμου την κριτική της ΔΑ για ερμηνεία της «βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας» με βάση τα πιο πάνω διεθνή κείμενα.

 

Ακόμα, θεωρείται θετική η πρόβλεψη ότι το αρμόδιο δικαστικό όργανο, που επιβάλλει περιοριστικούς όρους στον κατηγορούμενο με σκοπό την προστασία του θύματος, μπορεί να ζητήσει συμβουλευτικά τη γνώμη επιστημόνων εξειδικευμένων στα ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή παραμένει αόριστη και ασαφής, ενώ περιορίζει κατά πολύ το ρόλο των εξειδικευμένων επιστημόνων στις συγκεκριμένες υποθέσεις. Αντιθέτως, όπως διαπιστώνεται και από τις ρυθμίσεις για το θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης, το σχέδιο νόμου επιφυλάσσει στις εισαγγελικές αρχές το ρόλο του οικογενειακού συμβούλου, ένα ρόλο που οι εισαγγελείς δεν είναι αρμόδιοι να επιτελούν, ούτε και απαιτήθηκε ποτέ να διαθέτουν σχετική επιστημονική κατάρτιση.

 

Επιπλέον, έγινε δεκτή εν μέρει η σύσταση της Διεθνούς Αμνηστίας και πολλών άλλων φορέων για την ανάγκη κατάλληλης εκπαίδευσης των εμπλεκόμενων δημόσιων λειτουργών, καθώς στην αιτιολογική έκθεση του νέου Σχεδίου Νόμου αναφέρεται ότι οι υπάλληλοι των αρμόδιων αστυνομικών αρχών «επιβάλλεται να ενημερώνονται και να εκπαιδεύονται διαρκώς, ώστε να επιτυγχάνεται ο καλύτερος δυνατός χειρισμός των υποθέσεων αυτών και η μεγαλύτερη δυνατή ψυχική ανακούφιση και παροχή ουσιαστικής βοήθειας στο θύμα». Ωστόσο, δεν προβλέπεται η ανάγκη εκπαίδευσης όλων των εμπλεκόμενων ούτε  προβλέπεται ρητά και δεσμευτικά η διαδικασία εκπαίδευσης των αστυνομικών υπαλλήλων (και των λοιπών εμπλεκομένων δημόσιων λειτουργών) ούτε και ο τρόπος και ο φορέας διεκπεραίωσής της.

 

Περαιτέρω, αλλαγές, που τείνουν στην καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου, υπάρχουν σε διάφορα σημεία του Σχεδίου Νόμου. Σημαντικό είναι ότι υπάγεται πλέον στην έννοια της οικογένειας, κατά το άρθρο 1 παρ. 2, «κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια». Επίσης, με το νέο σχέδιο νόμου υπάγονται στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (αρ. 299 ΠΚ) και της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (αρ. 311 ΠΚ) και σύμφωνα με το άρθρο 8 η κατάχρηση σε ασέλγεια.

 

Ως προς την διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, απαιτείται πλέον για την έναρξή της, σε περίπτωση πλειονότητας δραστών ή θυμάτων, συμφωνία μεταξύ τους (άρθρο 12 παρ. 6). Αναφορικά δε με τους περιοριστικούς όρους, μπορούν να διαταχθούν πλέον όχι μόνο από το ποινικό δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, αλλά και από τον αρμόδιο ανακριτή ή από το δικαστικό συμβούλιο (άρθρο 18 παρ. 1), ενώ για την ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίηση τους μπορεί να ζητηθεί, συμβουλευτικά, η γνώμη ψυχιάτρων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και άλλων επιστημόνων με ειδικές γνώσεις σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας (άρθρο 18 παρ. 3). Τέλος, η αρωγή των θυμάτων ανατίθεται πλέον και σε κοινωνικές υπηρεσίες ΟΤΑ (άρθρο 21).

 

 

Επιμέρους συστάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας

 

Παρά τις πιο πάνω βελτιωτικές αλλαγές, που επήλθαν με το νέο σχέδιο νόμου «Για την Αντιμετώπιση της Ενδοοικογενειακής Βίας», εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές ελλείψεις και αρνητικά σημεία, τα οποία είχε επισημάνει η Διεθνής Αμνηστία στην προηγούμενη κριτική της. Μάλιστα, από τις επιμέρους δεκαπέντε συστάσεις, που είχε διατυπώσει η οργάνωση, καμία δεν φαίνεται να έγινε αποδεκτή, ή τουλάχιστον, πλήρως.

 

Ειδικότερα, ως προς τη σύσταση[2] Νο. 2 παραμένει ασαφής ο ορισμός της «άσκησης βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας», που απαγορεύεται κατά το άρθρο 2 του σχεδίου νόμου. Η απλή μνεία στην αιτιολογική έκθεση, αναφορικά με το άρθρο 2, της Διακήρυξης του ΟΗΕ για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών και της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Κατάργηση κάθε Μορφής Διάκρισης σε Βάρος των Γυναικών δεν επαρκεί για τον ορισμό του πιο πάνω όρου.

 

Επίσης, οι συστάσεις Νο. 3, 7, 9, 12, 13, 14, 15 της Διεθνούς Αμνηστίας φαίνεται πως δεν έγιναν αποδεκτές από τους συντάκτες του σχεδίου νόμου, ενώ ειδικότερα:

 

·         Ως προς τη σύσταση Νο. 4, στο άρθρο 7 του τροποποιημένου σχεδίου νόμου δεν απαλείφθηκε ο όρος «χωρίς το θύμα να υποχρεούται» για να αντικατασταθεί από το «χωρίς το θύμα να συναινεί». Ωστόσο, στην Αιτιολογική Έκθεση αναφέρεται ως αβάσιμο το επιχείρημα περί υποχρέωσης των συζύγων σε γενετήσια συνεύρεση.

 

Δεν υπάρχουν εξαναγκαστικές κατά το νόμο υποχρεώσεις των συζύγων, πολλώ μάλλον υποχρεώσεις των συζύγων, για την τέλεση των οποίων να χωρεί κατά το νόμο άσκηση βίας ή απειλής. Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι με τη συγκεκριμένη διάταξη χωρεί ερμηνεία των υποχρεώσεων των συζύγων με βάση κοινωνικές αντιλήψεις, έτσι ώστε να συγχωρείται η άσκηση βίας και απειλής κατά περιπτώσεις.

 

·         Ως προς τη σύσταση Νο. 6, δεν απαλείφθηκε ο όρος «συμβουλευτικό» σχετικά με το πρόγραμμα, που παρακολουθεί ο δράστης κατά την ποινική διαμεσολάβηση και το οποίο θα έπρεπε να έχει αναμορφωτικό χαρακτήρα.

 

·         Η σύσταση Νο. 8 περί δωρεάν νομικής αρωγής, εάν παρίσταται ανάγκη, και εκστρατειών ενημέρωσης του κοινού, δεν έγινε δεκτή.

 

Σε μία συνολική εκτίμηση, στο τροποποιημένο σχέδιο νόμου οι προβλέψεις για την αρωγή των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας παραμένουν ελλιπέστατες και ανεπαρκείς, δεν προβλέπεται σαφής διαδικασία ενημέρωσης και παραπομπής του θύματος στους αρμόδιους φορείς, ενώ η επισήμανση της ύπαρξης ξενώνων φιλοξενίας αναφέρεται αόριστα στο σχέδιο νόμου (Άρθρα 6, 9 και 21).

 

Εντούτοις, κρίνονται θετικές οι προτάσεις του υπουργείου Εσωτερικών (8 Αυγούστου 2006) για την ενίσχυση των υπηρεσιών αρωγής και τη δημιουργία ξενώνων από την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και για τη συμμετοχή ΜΚΟ στις σχετικές δράσεις. Ωστόσο, δεν προβλέπεται συγκεκριμένο κονδύλιο επί του προϋπολογισμού, το οποίο να καλύπτει συνολικά και σε όλα τα επίπεδα (πρόληψη, ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, αρωγή, στήριξη, αποκατάσταση, τιμωρία, σωφρονισμός) ένα εθνικό πρόγραμμα δράσης για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.

 

Επίσης, Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι θα έπρεπε να απαλειφθεί η διατύπωση του άρθρου 21, παρ. 2, που προβλέπει ότι «οι αστυνομικές αρχές [...] υποχρεούνται, εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν αυτό και τους παραπάνω φορείς, ώστε να παρασχεθεί [...] αρωγή». Η ενημέρωση θα πρέπει να παρέχεται ούτως ή άλλως στο θύμα, το οποίο στις περισσότερες των περιπτώσεων αγνοεί τα ισχύοντα και αντιμετωπίζει με φόβο και δυσπιστία τους κρατικούς λειτουργούς.

 

·         Ως προς τη σύσταση Νο. 10 σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια του κράτους για τη δίωξη και τιμωρία των υπαιτιών, σε μεγάλο βαθμό το σχέδιο νόμου αντανακλά την επιθυμία του κράτους αφενός για δίωξη των υπαιτίων πράξεων ενδοοικογενειακής βίας κι αφετέρου για προστασία των θυμάτων και των μαρτύρων. Εξ ου και θεσπίζεται η αυτεπάγγελτη δίωξη αυτών των εγκλημάτων και μάλιστα σύμφωνα με τη διαδικασία του αυτοφώρου (άρθρο 17), προβλέπεται η επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 18), εισάγεται το αδίκημα της παρακώλυσης απονομής της δικαιοσύνης (άρθρο 10) και προβλέπεται η εξέταση μαρτύρων χωρίς όρκο και η κατά κανόνα μη κλήτευση ανηλίκων στο ακροατήριο (άρθρο 19).

 

·         Ως προς τη σύσταση Νο. 11, εξακολουθεί να υφίσταται η σοβαρή επιφύλαξη της ΔΑ για την εφαρμογή του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, όπου τα δύο μέρη δεν έχουν την ίδια αυτονομία και δυνατότητα να εκφράσουν ελεύθερα τη βούλησή τους.

 

Το τροποποιημένο σχέδιο νόμου προβάλλει και πάλι το στόχο διατήρησης του θεσμού της οικογένειας ως προτεραιότητα έναντι της προστασίας και αποκατάστασης του θύματος. Αναφέρεται ακόμα στην Αιτιολογική Έκθεση ότι ο θεσμός εισήχθη αρχικά στην ελληνική νομοθεσία για τη διευθέτηση διενέξεων μεταξύ ανηλίκου και ενηλίκων. Με την επέκτασή του και στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, που αφορούν ενηλίκους, δίδεται η εντύπωση ότι υποβαθμίζεται η σοβαρότητά τους.                             

 

Επίσης, η Αιτιολογική Έκθεση επικαλείται έναν αμερόληπτο τρίτο, τον εισαγγελέα, για τη συζήτηση μεταξύ των συζύγων και τη διακοπή των σχετικών συμπεριφορών. Πέραν του ότι η διατύπωση αυτή φανερώνει άγνοια επί του συγκεκριμένου ζητήματος της ενδοοικογενειακής βίας και οφθαλμοφανή υποβάθμισή του σε απλό πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ συζύγων, τίθεται σε αμφισβήτηση και το πόσο αμερόληπτος είναι ο δικαστικός λειτουργός και απαλλαγμένος στερεοτύπων για τους ρόλους των δυο φύλων, ειδικά εάν δεν προβλέπεται η εκπαίδευσή του. Ο νόμος φαίνεται ότι του αναθέτει το ρόλο ψυχολόγου ή οικογενειακού συμβούλου.

 

·         Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι η άμεση αποκατάσταση του θύματος της ενδοοικογενειακής βίας δε θα πρέπει να επαφίεται στο δράστη (άρθρο11), ενώ επισημαίνει παράλληλα ότι η βάσει του Αστικού Κώδικα (άρθρο 5) χρηματική ικανοποίηση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 1000 ευρώ, ανεξαρτήτως εάν το θύμα ζήτησε λιγότερα.

 

 

 


 

[1] Κριτική του Σχεδίου Νόμου «Για την Αντιμετώπιση της Ενδοοικογενειακής Βίας», Φεβρουάριος 2006

[2] Η αρίθμηση των συστάσεων αναφέρεται στην προηγούμενη κριτική (Φεβρουάριος 2006)