Εποχή 12-12-2004
Άνθρωποι "διαφορετικοί" και ενδοοικογενειακή βία
Ευαγγελία Κοντοδήμα
Τρεις δεκαετίες έρευνας και πολλά περισσότερα χρόνια εμπειρίας απέφεραν πληθώρα αποδείξεων του γεγονότος ότι η ενδοοικογενειακή βία* (ε.β.) εναντίον των γυναικών αποτελεί ένα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα και ότι αποτελεί, πριν αντιμετωπιστεί από την κοινωνία ως πρόβλημα, κοινωνική κατάσταση, που ακουμπά γυναίκες όλων των ηλικιών και των πολιτιστικών υπόβαθρων - αφορά γυναίκες, έγκυες, μετανάστριες, λεσβίες, ηλικιωμένες, γυναίκες που έχουν τελειώσει τη σχέση τους με το δράστη. Σε όλες τις περιπτώσεις κακοποίησης - φυσικής ή συναισθηματικής - η δυναμική της ε.β. οφείλει να ειδωθεί ως εξουσία και έλεγχος συχνά αντρικά προνόμια) που χρησιμοποιούνται για να εκφοβίσουν, να συνετίσουν, να απομονώσουν, να κατηγορήσουν. Τα θύματα τείνουν να εσωτερικεύουν το μήνυμα ότι ευθύνονται για την κακοποίηση που υφίστανται, κάτι το οποίο οδηγεί σε "ψυχολογική χειραγώγηση", μιας και οι κατέχοντες τη δύναμη δράστες τα πείθουν ότι προβοκάρουν και αξίζουν αυτή τη συμπεριφορά.
Κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες και αυξημένος κίνδυνος για ενδοοικογενειακή βία
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες (επειδή σε κάποιες έρευνες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ε.β. από την κυρίαρχη ομάδα) δεν είναι έμφυτα πιο βίαιες από αυτές των κυρίαρχων συν-κατοίκων τους. Μάλλον έχουν μεγαλύτερη παρουσία σε δημογραφικές κατηγορίες που τους παρουσιάζουν ως ομάδες υψηλού κινδύνου για άσκηση φυσικής βίας. Σε πολλές περιπτώσεις τα ποσοστά ε.β. ανακατατάσσονται όταν σταθμιστούν με βάση την ηλικία, την κοινωνική τάξη, την απασχόληση του συζύγου και το εργασιακό καθεστώς. Το νεαρό της ηλικίας, η φτώχεια, η υποαπασχόληση και η ανεργία είναι δημογραφικοί παράγοντες που είναι συνδεδεμένοι με την ε.β. Δυστυχώς οι κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες έχουν υψηλή παρουσία σ' αυτά τα στοιχεία, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να είναι λόγος για την τυχόν αυξημένη εμπειρία τους στην ε.β.
Πώς το γεγονός της "ιδιαιτερότητας" επιδρά στην εμπειρία της ενδοοικογενειακής βίας
Η κατηγορία κοινωνικά αποκλεισμένες
ομάδες ή "ομάδες με ιδιαιτερότητες σε σχέση με την κυρίαρχη" περιέχει έναν
πλούτο ποικιλίας. Στην κατηγορία αυτή θα μπορούσαν να ανήκουν ομάδες που
ορίζονται ως μη κυρίαρχες και που μοιράζονται το γεγονός ότι δεν ανήκουν σε έναν
πολιτισμό που οδηγείται με βάση τα πιστεύω και τις πρακτικές της υπεροχής του
λευκού, δυτικού, χριστιανικού μοντέλου. Και οι κύριες διαφορές στην περίπτωση
της ε.β. είναι στην αναζήτηση βοήθειας.
Ο ρατσισμός δύναται να επιδεινώνει την εμπειρία της γυναίκας στην ε.β. με
πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα αν μια γυναίκα έχει εμπειρία ρατσιστικών σχολίων
ή ενεργειών εναντίον της στην κοινότητα που ζει, μάλλον δε νοιώθει ευπρόσδεκτη
στο να ζητήσει βοήθεια από κάποιον τοπικό σταθμό στήριξης. Αν και επιθυμεί
βοήθεια είναι μάλλον απρόθυμη να εμπλέξει το σύζυγό της στο νομικό σύστημα της
χώρας από τη στιγμή που και η ίδια ξέρει ότι το νομικό σύστημα είναι άδικο στην
αντιμετώπιση των μειονοτήτων. Και ίσως αισθάνεται ότι πιέζεται και από την ίδια
την κοινότητα μεταναστών όπου ανήκει, ώστε να μη δηλώσει το περιστατικό γιατί μ'
αυτό τον τρόπο στιγματίζεται ακόμα περισσότερο η κοινότητά τους η οποία παλεύει
να κερδίσει την αποδοχή της κυρίαρχης ομάδας.
Γυναίκες μετανάστριες
Τα τελευταία χρόνια υπήρξε ενδιαφέρον
για την ε.β. που υφίστανται οι μετανάστριες. Οι γυναίκες αυτές έρχονται
αντιμέτωπες με ένα τρίπτυχο διακρίσεων: μισογυνισμός, ρατσισμός και ξενοφοβία,
με όλα δηλ. όσα μπορούν να συμβάλλουν στην απομόνωσή τους και την παγίδευσή τους
σε σχέσεις βίας, που δρουν ανασταλτικά στο να δραπετεύσουν από την κακοποίηση.
Μια ιδιαίτερη πρόκληση θεώρησης της εμπειρίας των μεταναστριών είναι να λάβουμε
υπόψη μας την επίδραση του πολιτιστικού υποβάθρου της κάθε γυναίκας χωρίς να
επιτρέψουμε στα στερεότυπα να μας οδηγήσουν σε μια στάση σχετικά με τα πιστεύω
της και τις ανάγκες της (και το δικαίωμα) για προσωπική ασφάλεια. Ειδικότερα
κάποιες μετανάστριες αντιμετωπίζονται σαν "να αποδέχονται την αντρική κυριαρχία
και έλεγχο" και κατά συνέπεια σαν να είναι αδύνατο και ανεπιθύμητο να
αμφισβητήσουν την αντρική κυριαρχία στις ζωές τους.
Επειδή οι μετανάστριες - όπως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι - εκτιμούν την κληρονομιά
και την παράδοσή τους, οι δράστες της ε.β. εναντίον μεταναστριών μπορούν να
χρησιμοποιούν τις πολιτισμικές διαφορές για να προκαλούν ντροπή και σύγχυση στις
συντρόφους τους με απώτερο σκοπό την αποδοχή της θυματοποίησής τους.
Μια άλλη μέθοδος ελέγχου της συντρόφου και η οποία αποτελεί "προνόμιο" της
κατάστασης των μεταναστριών, είναι ο αντρικός έλεγχος στο καθεστώς της παραμονής
σε ξένη χώρα, που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί ως όργανο βασανιστηρίου. Οι άντρες
είναι τις περισσότερες φορές τυπικά οι νόμιμοι κάτοικοι (από τη στιγμή που τις
περισσότερες φορές αυτοί εργάζονται νόμιμα) και έτσι τους δίνεται ο έλεγχος στη
δυνατότητα των γυναικών να παραμένουν στη χώρα υποδοχής. Σε κάποιες χώρες οι
δράστες της ε.β. μεταναστριών απειλούνται με απέλαση και αποχωρισμό από τα
παιδιά τους. Οι δράστες όμως μπορεί να εμποδίζουν τις γυναίκες από το να
μαθαίνουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής διατηρώντας τον σχεδόν απόλυτο έλεγχο
πάνω στις πληροφορίες που θα μπορούσε να πάρει η γυναίκα σχετικά με τα
δικαιώματά της και τις πηγές βοήθειας, και σε κάθε περίπτωση υποχρεώνοντάς τες
μ' αυτό τον τρόπο να παραμένουν σε σχέσεις βίας1.
Πέρα όμως από την κατεύθυνση παροχής βοήθειας και στήριξης και τον περιορισμό
των εμποδίων για λήψη βοήθειας από γυναίκες όλων των πολιτιστικών υπόβαθρων,
πρέπει να προωθήσουμε τις προσπάθειές μας για να σταματήσει η κακοποίηση πριν
αρχίσει, και αυτές οι προσπάθειες πρέπει να εστιαστούν στους δράστες. Αν και
έχει ερευνηθεί και μπορούμε στοιχειωδώς να προσδιορίσουμε τους παράγοντες που
κάνουν κάποια να ανέχεται τη βία, μάλλον λίγα έχουμε να πούμε για το πώς
επιδρούν αυτοί οι παράγοντες και οδηγούν κάποιον στο να ασκεί βία. Βέβαια από τη
στιγμή που δε θεωρούμε ότι η βία είναι εγγενές χαρακτηριστικό της αντρικής
συμπεριφοράς και ψυχοσύνθεσης θα πρέπει με εργαλείο τη συζήτηση που αφορά στην
πατριαρχία και το κοινωνικό φύλο να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που
αποτρέπουν τέτοιες συμπεριφορές. Η διαταξική και διαφυλετική και γιατί όχι και η
διασεξουαλική παρουσία της κακοποίησης δεν μας επιτρέπει να αγνοήσουμε τη
δυναμική των σχέσεων εξουσίας που αναπτύσσονται σε μια σχέση. Τέλος θα πρέπει να
σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις γυναίκες που ζούνε σε βίαιες σχέσεις ως
θύματα, μιας και η θυματοποίηση σε καμιά περίπτωση δε βοηθάει το υποκείμενο που
υφίσταται τη βία στο ξεπέρασμα της κρίσης. Αναπτύσσεται ευρύτερα στη Ευρώπη ένα
κίνημα που ορίζει τους/τις αποδέκτες κοινωνικού αποκλεισμού (μετανάστες/τριες,
πρόσφυγες κλπ) ως κοινωνικά υποκείμενα και όχι ως θύματα. Και αυτό που πρέπει να
κάνουμε είναι να συμβάλλουμε σε μια προσπάθεια όπου οι γυναίκες που υφίστανται
βία ταυτόχρονα με τη συνειδητοποίηση του προβλήματος δημιουργούν οι ίδιες τις
προϋποθέσεις και το πλαίσιο για υποστήριξη με στόχο τη λύση και διαγραφή του
προβλήματος.
Το κείμενο αποτελεί μέρος της
εισήγησης με τίτλο "Η βία στις γυναίκες μέλη κοινωνικών ομάδων με πολιτισμικές
και θρησκευτικές - σε σχέση με την κυρίαρχη - ιδιαιτερότητα" στα πλαίσια της
Διημερίδας που οργάνωσε το Κέντρο Κοινωνικής Υποστήριξης Γυναικών, στη
Θεσσαλονίκη με θέμα "Η βία κατά των γυναικών στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο"
* Περιοριζόμαστε στην ε.β. προς τις γυναίκες.
1. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες μετανάστριες χωρίς άδεια
παραμονής μπορούν να καταγγείλουν την ε.β. χωρίς να απειλούνται με απέλαση, από
τη στιγμή που μπορούν να αποδείξουν την κακοποίηση και είναι παντρεμένες.