ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «Για  την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας».

 

Π ρ ο ς

Τον κύριο Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης

 

Με την υπ’ αριθμ. ΔΙΔΚ/Φ.38/4/21973 απόφαση σας συστήθηκε Επιτροπή για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, αποτελούμενη από εκπροσώπους της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας, των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης, Πρόνοιας, της Νομαρχιακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών και δύο ακόμη ειδικούς επιστήμονες. Πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων, κυρία Ευτυχία Μπέκου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτής της Επιτροπής ανατέθηκε στους νομικούς μέλη της η σύνταξη σχεδίου νόμου για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, με πρώτη την ενδοοικογενειακή βία.

 

H επιτροπή των νομικών, σε συνεδρίαση της Ολομέλειας της Επιτροπής, έθεσε υπόψη των υπόλοιπων μελών τις αρχές και τα βασικά σημεία της νομοθετικής ρύθμισης, συζήτησε τις σχετικές παρατηρήσεις και, μετά την επεξεργασία των διατάξεων του Νομοσχεδίου, έθεσε εκ νέου υπόψη όλων των μελών της Επιτροπής το κείμενο αυτών των διατάξεων. Ακολούθησαν δύο συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Επιτροπής, στις οποίες συζητήθηκε και εγκρίθηκε το Νομοσχέδιο κατ’ άρθρο και στο σύνολό του.

 

Η Επιτροπή που εκπόνησε το πιο πάνω Νομοσχέδιο,  αποτελούμενη από τους . . .. . . . . .

υποβάλλει σήμερα το συνταχθέν Νομοσχέδιο, που περιέχει 34 άρθρα «για  την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας»,  ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την ψήφισή του από τη Βουλή.

 

Οι βάσεις και τα γενικά χαρακτηριστικά της προτεινόμενης ρύθμισης.

 

Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία του υπό κρίση Νομοσχεδίου, έλαβε υπόψη της τόσο τις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις, ανάγκες και αντιλήψεις, όπως έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας, όσο και τις νεότερες αντιλήψεις που επικρατούν στη διεθνή επιστήμη και στις ξένες νομοθεσίες.

 

Τα σύγχρονα Κράτη θεμελιώνουν την αντίληψή τους για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ισότητα στην Παγκόσμια Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα  της 10/12/1948. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη αυτή, ο άνθρωπος του 20ού αιώνα είναι προικισμένος με προσωπικότητα που διαθέτει δικαιώματα, λογική και αξιοπρέπεια.

 

Στο κείμενο αυτό του Ο.Η.Ε. με την παγκόσμια εμβέλεια, έχουμε και την πρώτη επίσημη αναγνώριση της πανανθρώπινης αλήθειας ότι, σε σχέση με την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους, όλοι οι άνθρωποι, από τη μέρα που γεννιούνται, είναι ελεύθεροι και ίσοι, χωρίς διάκριση ως προς τη φυλή στην οποία ανήκουν, το χρώμα, το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή τους, την περιουσία ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση.

Σε ό,τι αφορά τις γυναίκες, υπάρχει ένα μεγάλο εμπόδιο για την εμπέδωση της προσωπικότητάς τους και την απόλαυση των δικαιωμάτων τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα. Αυτό το εμπόδιο είναι η βία εναντίον των γυναικών. Τόσο ο Ο.Η.Ε., όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση, τοποθέτησαν το θέμα της βίας κατά των γυναικών στο κέντρο των ενεργειών τους και στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το αναγνώρισαν δε  ως προσβολή αυτών των δικαιωμάτων.

 

Το Σεπτέμβριο του 1995, η 4η Παγκόσμια Διάσκεψη για τις γυναίκες που έγινε στο Πεκίνο, στο Πρόγραμμα Δράσης (παρ. 112) αναγνώρισε ότι "Η βία κατά των γυναικών αποτελεί παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των γυναικών και τις εμποδίζει να απολαμβάνουν αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες". Κάλεσε δε τα Κράτη/Μέλη «να διασφαλίσουν ειδικότερα το δικαίωμα στην ψυχική, σωματική και σεξουαλική ακεραιότητα όλων των ατόμων, λαμβάνοντας μέτρα πρόληψης, τιμωρίας και εξάλειψης όλων των μορφών βίας». Και επανέλαβε ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε, ούτε για μια στιγμή, ότι  όλες οι μορφές βίας κατά των γυναικών συνιστούν προσβολή των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και της πλήρους ενσωμάτωσής των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη».

 

Το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών άρχισε να απασχολεί τη διεθνή κοινωνία εδώ και τρεις 10ετίες. Όμως η βία δεν γεννήθηκε πριν 30 χρόνια. Απλά τότε την αποκάλυψαν. Το φαινόμενο είναι τόσο παλιό, όσο και οι πολιτισμένες κοινωνίες μας και επιζεί και στον καινούριο αιώνα, τον 21ο. Η διαπίστωση αποτυπώνεται σε Ανακοίνωση της Ε. Επιτροπής και Πρόταση του Συμβουλίου των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. “Η βία σε βάρος των γυναικών αποτελεί παλιά μάστιγα της κοινωνίας και κατάφωρη παραβίαση των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Πρόκειται δυστυχώς για φαινόμενο διαδεδομένο σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης, το βαθμό πολιτικής σταθερότητας, τον πολιτισμό ή τη θρησκεία. Συναντάται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό χώρο. Πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο και ως εκ τούτου διαδεδομένο στις χώρες της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.”

 

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα, η βία κατά των γυναικών είναι φαινόμενο ευρέως διαδεδομένο και απαντάται σε όλες τις κοινωνίες. Είναι ένα πρόβλημα πραγματικό, του οποίου τις συνέπειες, μεταξύ των οποίων και τις οικονομικές, υφίσταται το κοινωνικό σύνολο καθημερινά. Η Διεθνής Κοινότητα το έχει αναγνωρίσει ως μέγιστο παγκόσμιο πρόβλημα, που συνιστά μεγάλη απειλή κατά της ασφάλειας και της δημοκρατίας στην Ευρώπη και αποτελεί μη ανεκτή παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η βία κατά των γυναικών αποτελεί εμπόδιο για την επίτευξη της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και συνδέεται με τον καταμερισμό της εξουσίας μεταξύ των δύο φύλων και την εικόνα που έχουν οι άνδρες για τις γυναίκες. Σύμφωνα με το προαναφερθέν Πρόγραμμα Δράσης της Παγκόσμιας Διάσκεψης του Πεκίνου (παρ. 118): «Η βία κατά των γυναικών είναι η έκφραση της ιστορικά διαπιστωμένης ανισότητας στις σχέσεις ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών, που οδήγησε στην κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών και στις διακρίσεις κατά των γυναικών, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ανάπτυξής  τους».

 

Η άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, από άντρες σε βάρος γυναικών, έχει κοινωνικές γενεσιουργές αιτίες τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα, που αποτελούν δομικό στοιχείο της κοινωνίας (βία δομική) και εκφράζονται πέρα από την άμεση άσκηση βίας σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, όπως στην οικονομική και κοινωνική εξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα, στη μειονεκτική θέση των γυναικών στον τόπο της δουλειάς, στις χειρότερες ευκαιρίες μόρφωσης για κορίτσια και γυναίκες, στην υποπαρουσίαση των γυναικών σε πολιτικές θέσεις κ.ά. Οι γυναίκες κακοποιούνται λόγω του φύλου τους. Οι άνδρες που βιαιοπραγούν το κάνουν για να επιβάλουν την εξουσία τους. Αναγνωρίζουν ότι ελέγχουν τη βία που ασκούν, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσωπο, το χρόνο, το χώρο και τα μέρη του σώματος που χτυπούν.

 

Σύμφωνα με απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε. «Το Κράτος που στηρίζεται σε κανόνες δικαίου οφείλει να προστατεύει τους πολίτες του κατά τον καλύτερο τρόπο από τη βία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προστατεύει και τις γυναίκες από κάθε μορφή βίας που κατευθύνεται εναντίον τους, από τη βία την ενδοοικογενειακή, τη σεξουαλική, καθώς και από τη σεξουαλική εκμετάλλευση».

 

Η Ελλάδα έχει περιλάβει στο Σύνταγμά της συγκεκριμένες επιταγές για αυτή την προστασία. Μεταξύ των άλλων, με το άρθρο 2 παρ. 1, αναγορεύει το σεβασμό  και την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση όλων των οργάνων της Πολιτείας και με το άρθρο 5 παρ. 1 διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Εξ άλλου, το Κράτος μας έχει επικυρώσει ένα μεγάλο αριθμό Διεθνών Συμβάσεων που αναφέρονται στα ανθρώπινα δικαιώματα, ανάμεσα σ’αυτές και τη «Σύμβαση για την κατάργηση κάθε μορφής διάκρισης σε βάρος των γυναικών», τη γνωστή, από τα αρχικά της, ως CEDAW . Η CEDAW, που έγινε εσωτερικός νόμος του Κράτους (Ν.1342/83), διακηρύσσει την ισότητα των δικαιωμάτων των γυναικών σε όλα τα επίπεδα  -κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό- και υποχρεώνει τα Κράτη που την έχουν κυρώσει να λάβουν νομοθετικά μέτρα για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης, ώστε να επιτευχθεί η πλήρης ισότητά τους με τους άνδρες. Ασχολείται με όλες τις μορφές των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών και με το μέγεθος των περιορισμών που υφίστανται οι γυναίκες, μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκες. Προσδιορίζει τη βία κατά των γυναικών ως μορφή διάκρισης και ορίζει ότι η βία κατά των γυναικών παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών, που εγγυώνται το Διεθνές Δίκαιο και οι σχετικές Συνθήκες. Θεωρεί ως διακρίσεις και τις προκαταλήψεις και τα παραδοσιακά πρότυπα –τα στερεότυπα- που καθιστούν τις γυναίκες κατώτερες από τους άνδρες. Τα στερεότυπα δείχνουν ότι, μέσα στην ομαδική μας συνείδηση, οι γυναίκες καταγράφονται  ως όντα διαφορετικά, κατώτερα, ακριβώς δε αυτά τα στερεότυπα επιτρέπουν ακόμη και σήμερα και δικαιολογούν τη χρήση της βίας εναντίον των γυναικών.

 

Ωστόσο ο όρος "βία κατά των γυναικών", απουσιάζει από τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα και η απουσία αυτού του όρου δημιουργεί προβλήματα, τα οποία  μάλιστα γίνονται ιδιαίτερα αισθητά στις περιπτώσεις της συζυγικής και της ενδοοικογενειακής βίας. Αναφέρομε ενδεικτικά μερικά από αυτά τα προβλήματα: 1) Επειδή κατά κανόνα λαμβάνεται υπόψη μόνο η σωματική βία που προσβάλλει τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου, δεν διώκεται ποινικά ο δράστης της ψυχολογικής βίας και των ψυχικών τραυμάτων που δημιουργούνται από τη  λεκτική  βία ή από άλλες παρενοχλήσεις. 2) Η ενδοοικογενειακή βία δεν ανήκει στις καταστάσεις που δίνουν δικαίωμα στην παρέμβαση της δικαιοσύνης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι με τις νέες διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου γίνεται προσπάθεια δημιουργίας ισότιμων σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια του γάμου. 3) Η απουσία του όρου έχει δυσμενείς συνέπειες και στον τομέα της παροχής προστασίας εκ μέρους της αστυνομίας. Μη υπάρχοντος νομικού πλαισίου δεν είναι δυνατή ούτε η δικαστική ούτε η αστυνομική επέμβαση. Μάλιστα η αστυνομία τις περισσότερες φορές, όταν το θύμα ζητάει την προστασία της, όχι μόνο δεν συλλαμβάνει το δράστη, αλλά αποτρέπει και την κατάθεση της μήνυσης, για να μη διαλύσει το γάμο, αν πρόκειται για ζεύγος συζύγων.

 

΄Αλλωστε μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές της πατριαρχίας είναι η ιδέα ότι η οικογένεια είναι "ιδιωτικό" βασίλειο, διακρινόμενο πλήρως από το "δημόσιο" -την εργασία και την πολιτική- ένα βασίλειο όπου ο άνδρας ασκεί την ίδια κυριαρχία και την ίδια εξουσία που ασκεί στη δημόσια ζωή. Καλό είναι να θυμούμαστε πάντοτε ότι στην περίπτωση αυτή δεν μιλάμε για την "κατάσταση του ανθρώπου", αλλά για την "κατάσταση της γυναίκας", στην οποία  υπάρχουν τρεις παράγοντες που συμβάλλουν στο ευάλωτο των γυναικών :α) η γενική αποδοχή από την κοινωνία μας της υποταγής των γυναικών στους  άνδρες, β) η εξάρτηση των γυναικών από τους άνδρες και τα συστήματά τους και γ) η απομόνωσή τους (φυσική, ψυχολογική και κοινωνική) σε σχέση με το υπόλοιπο της κοινωνίας.

 

Όμως, σύμφωνα με ομόφωνο Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου (16.07.1997), με βάση την εισήγηση της ευρωβουλευτού Μ. Errikson:

-οι περισσότερες περιπτώσεις βίας σημειώνονται εντός της οικογενειακής εστίας, γεγονός που συμβάλλει στην αποσιώπησή της,

-οι περισσότερες περιπτώσεις κακοποίησης δεν καταγγέλλονται στην αστυνομία, ιδίως λόγω της έλλειψης αποτελεσματικών νομικών, κοινωνικών και οικονομικών μέσων για την προστασία των θυμάτων, με αποτέλεσμα η βία κατά των γυναικών να παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδίκημα που αποσιωπάται,

-η βία των ανδρών κατά των γυναικών συνεχίζει να περιβάλλεται από μύθους, λχ. ότι η βία στο σπίτι αποτελεί ιδιωτική υπόθεση ή ότι η βία των ανδρών κατά των γυναικών οφείλεται ενδεχομένως στη συμπεριφορά των ίδιων των γυναικών,

-οι πράξεις σεξουαλικής βίας που υφίστανται οι γυναίκες έχουν εξαιρετικά επιβλαβείς σωματικές και ψυχικές συνέπειες για αυτές, γι’ αυτό και πρέπει να ενθαρρυνθεί η δημιουργία κατάλληλων μονάδων περίθαλψής τους,

-η βία κατά των γυναικών στο σπίτι, και γενικά στο πλαίσιο της κοινωνίας, επηρεάζει έμμεσα και άμεσα τα παιδιά και συχνά δημιουργεί ένα κύκλο βίας και κακοποίησης που διαιωνίζεται στις επόμενες γενιές,

-η βία κατά των γυναικών έχει μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες για την συναισθηματική και διανοητική υγεία των παιδιών και

-κάθε μορφή βίας λόγω φύλου, που εμπίπτει στο πεδίο ορισμού της σύμβασης του ΟΗΕ για την κατάργηση κάθε μορφής διάκρισης σε βάρος των γυναικών, πρέπει να θεωρείται αξιόποινη πράξη.

 

Το Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου υπογραμμίζει επίσης τη σπουδαιότητα της κατάρτισης όλων των ατόμων που ασχολούνται με τις γυναίκες θύματα βίας, είτε στο πλαίσιο της αστυνομίας, του δικαστικού συστήματος και της υγειονομικής περίθαλψης, είτε στις μονάδες στέγασης και στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Εκτιμά δε ότι η κατάρτιση αυτή πρέπει να είναι υποχρεωτική για τους δικαστές που εκδικάζουν υποθέσεις σεξουαλικής βίας.

 

Ακόμη στο Ψήφισμα εκφράζεται η ανησυχία για το γεγονός ότι η σχέση βίας μέσα στο σπίτι και προστασίας των παιδιών συχνά παραβλέπεται και ότι συνεπώς πολλές γυναίκες βρίσκονται εκτεθειμένες σε συνεχή κακομεταχείριση, ως αποτέλεσμα δικαστικών αποφάσεων που επιτρέπουν τις επαφές μεταξύ ενός βίαιου συζύγου ή πρώην συζύγου και των παιδιών του. Επισημαίνει ότι τα μέτρα για την προστασία των παιδιών, στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να προστατεύουν επίσης τη σύζυγο/ θύμα βίας.

 

Στο Ψήφισμα τέλος τονίζεται ότι μία κοινωνία που ισχυρίζεται ότι προασπίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου και την ισότητα πρέπει να αντιμετωπίζει σοβαρά το πρόβλημα της εκτεταμένης βίας που πλήττει άμεσα και έμμεσα την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλ. τις γυναίκες και τα παιδιά. Πρέπει γι’ αυτό να υπάρξει ειδική μέριμνα για την κάλυψη των νομοθετικών κενών.

 

Αλλά, ποιες είναι οι αιτίες αυτής της βίας; Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με την αποκρυπτογράφηση και την ταξινόμηση των αιτίων αυτού του φαινομένου. Ειδικά ως προς την ενδοοικογενειακή βία, ως κυριότερες αιτίες της θεωρούνται: - η βία που δέχθηκε ο δράστης στην παιδική ηλικία. - η πρόκληση του θύματος (η μοναδική που δείχνουν οι έρευνες είναι εκείνη της συζύγου που δεν υποτάσσεται  στην «αυθεντία» του συζύγου) –οι κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες (η φτώχεια αυξάνει τις εκδηλώσεις της) –η κουλτούρα της χώρας -η δομική και νομική ανισότητα γυναικών και ανδρών. Κοινή διαπίστωση των μελετητών : α) Τα προγράμματα που στοχεύουν στην αλλαγή της ανδρικής συμπεριφοράς είναι όλα ιδιαιτέρως χρήσιμα. β)  Προκειμένου να καταπολεμηθεί η βία, φαινόμενο ενδημικό της κοινωνίας μας, πρέπει να μεταβληθεί η νοοτροπία και η συμπεριφορά που διαμορφώνεται σε πολύ νεαρή ηλικία..

 

Όπως γίνεται αντιληπτό, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η πρώτη από τις αναφερόμενες αιτίες, δηλ. η βία που δέχτηκε ο δράστης στην παιδική ηλικία. Ας σημειωθεί ότι η βία κατά της μητέρας, εννέα στις δέκα περιπτώσεις επεκτείνεται και στα παιδιά που, όταν είναι κορίτσια, γίνονται πολύ συχνά και αυτά θύματα σεξουαλικής βίας. Στις περιπτώσεις που μελετήθηκαν από τους ερευνητές, τα περισσότερα αγόρια ήταν μάρτυρες αυτής της σεξουαλικής βίας, τα ίδια δε είχαν υποστεί σωματική βία. Ωστόσο δεν ήταν απλοί παρατηρητές της βίας, ήταν βυθισμένα στην καθημερινή βία. Οι ειδικοί επιστήμονες, με τον όρο «εμπειρία του παρελθόντος», ανατρέχουν στον τρόπο που ενσωματώνουν τα παιδιά τη βία που βιώνουν στο βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, στη σημασία της κοινωνικοποίησής τους σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καθώς και στις συνέπειες που έχει η συνδεόμενη με τη βία συμπεριφορά τους για την κοινωνία.

 

Η εμπειρία του παρελθόντος είναι ένα από τα στοιχεία που αναπτύσσουν και βοηθούν την αναπαραγωγή της βίας. Η βία μεταφέρεται από τον πατέρα στο γιο, συνεχίζεται δε με τη βοήθεια του σχολείου. Συνεπικουρεί ο κινηματόγραφος, η τηλεόραση, η μουσική, ο αθλητισμός, οι αφίσες, η λογοτεχνία, ο αθλητισμός και ο  στρατός, με τα συνθήματα για πατριωτισμό, ηρωισμό, δράση. Κατά τους ειδικούς, όταν το αγόρι μεγαλώνει σε οικογένεια όπου ο πατέρας συμπεριφέρεται βίαια, σπάνια θα εκδηλώσει συμπεριφορά διαφορετική από τη συμπεριφορά του πατέρα. Οι έρευνες μας λένε ότι το 80% των παιδιών που μεγάλωσαν σε βίαιο οικογενειακό περιβάλλον αναπαράγουν τη βία. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες έφηβους δήλωσαν ότι αυτή η βία τους διαμόρφωσε. Πραγματικά η αναπαραγωγή της βίας λειτούργησε κατά τη θεωρία της αναμετάδοσης των ρόλων: τα αγόρια θεωρούν ότι τα κορίτσια προκαλούν τη βία και τα κορίτσια πιστεύουν ότι αυτές ευθύνονται για τη βία που δέχονται.

 

Χρειάζεται δύναμη και κουράγιο για να επιζήσει ένα παιδί στις δύσκολες καταστάσεις, για να μετατραπεί από «ανάπηρο» σε άτομο ικανό. Οι έφηβοι, μη έχοντας τη δυνατότητα να αντιδράσουν, αισθάνονται «ανάπηροι» και για το λόγο αυτό υποφέρουν. Δεν θέλουν όμως να αντιληφθούν οι τρίτοι τη βαθιά πληγή που φέρνουν μέσα τους και καταφεύγουν στην απόκρυψή της μέσω της σιωπής, που τους οδηγεί στην απομόνωση και τον αποκλεισμό. Οι αρνητικές επιπτώσεις της βίας στην ανάπτυξη των νέων αυξάνονται όταν αυτοί πρέπει να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, αρχής γενομένης από το σχολείο. Όσο δεν βγαίνουν από το σπίτι, είναι ευκολότερο να κρατήσουν το μυστικό της βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα τους. Βγαίνοντας από το σπίτι, αισθάνονται την ανάγκη να κρατήσουν απόσταση από τους άλλους, ώστε να μη γίνει αντιληπτό το μυστικό τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι άλλοι να τους θεωρούν «διαφορετικούς». Ειδικά στο σχολείο συμβαίνει συχνά οι συμμαθητές τους να εκδηλώνουν την ενόχλησή τους από αυτή τη «διαφορετικότητα», την οποία αισθάνονται ως απειλή κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι προερχόμενοι από το βίαιο περιβάλλον έφηβοι να σχηματίζουν την εντύπωση ότι είναι ανεπιθύμητοι ή αδιάφοροι για τους συμμαθητές τους. Το καλλιεργημένο μέσα τους, λόγω της χρόνιας βίας, συναίσθημα της δυσπιστίας προς τον κόσμο των ενηλίκων, ενισχύεται και τους προκαλεί μία δεύτερη θυματοποίηση.

 

Με αυτά τα δεδομένα η Επιτροπή μας έκρινε ότι, για να έχομε αποτελέσματα στην αντιμετώπισή της ενδοοικογενειακής βίας, εκτός του ορισμού και της περιγραφής της κολάσιμης συμπεριφοράς, μας χρειάζεται ένας σφαιρικός νόμος προσαρμοσμένος στις επί μέρους περιπτώσεις αυτής της βίας, ένας νόμος που, εκτός από την καταστολή, θα προβλέπει και την πρόληψη αλλά και την προστασία των θυμάτων και των μαρτύρων τους.

 

Ως προς τον ορισμό, η Επιτροπή μας στηρίχθηκε στη διατύπωση της Διακήρυξης του Πεκίνου και δέχτηκε ως ενδοοικογενειακή βία οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται  σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, από οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της, επίσης τη βία που ασκείται στα πλαίσια της οικογένειας με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς και τον περιορισμό της ελευθερίας του.

 

Ως προς το νόμο, ένα καλό υπόδειγμα αποτέλεσε ο αντίστοιχος κυπριακός. Ο νόμος αυτός:

- Συνενώνει σε ένα μόνο κείμενο διατάξεις που κατά κανόνα εντάσσονται χωριστά στον ποινικό και τον αστικό κώδικα, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τις πιθανές νομικές διενέξεις και λοιπές δυσκολίες που συνεπάγεται η εισαγωγή μιας υποθέσεως σε διαφορετικά δικαστήρια, ενώ συγχρόνως εξοικονομεί χρόνο, ενέργεια και δαπάνες

- Δίνει σαφή ορισμό της ενδοοικογενειακής βίας, αναγνωρίζοντάς την ως γεγονός ιδιαίτερα επιβαρυντικό που αξιώνει βαρύτερες ποινές. Ο ορισμός περιλαμβάνει τόσο τη σωματική και τη σεξουαλική όσο και την ψυχολογική βία.

- Θεωρεί τη συζυγική κακομεταχείριση ως αδίκημα βαρύτερο από τις πράξεις βίας που διαπράττονται από τρίτα μη συγγενικά πρόσωπα και τιμωρεί το συζυγικό βιασμό.

- Εισάγει σειρά μέτρων προστασίας των θυμάτων βίας και των μαρτύρων τους.

- Επιτρέπει τη συμμετοχή οργανώσεων στην προδικασία και στη δίκη.

- Η ποινική διαδικασία προβλέπει μέτρα δικαστικής παρακολούθησης, τα οποία ενισχύονται και με μέτρα απαγορευτικά.

 

Η Επιτροπή μας κατά την επεξεργασία των επί μέρους διατάξεων του νόμου έλαβε σοβαρά υπόψη της το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ της ανισότητας των δύο φύλων και της βίας κατά των γυναικών, γιατί η ανισότητα κάνει τις γυναίκες ευάλωτες στη βία των ανδρών. Έλαβε επίσης υπόψη ότι όχι μόνο η οικογένεια, αλλά ολόκληρο το κοινωνικό περιβάλλον -μεταξύ αυτών το σχολείο και ο χώρος εργασίας-, αλλά και οι θεσμοί            -ανάμεσά τους η δικαστική μηχανή και το δίκτυο των κοινωνικών και ιατρικών υπηρεσιών, που είναι ιδιαίτερα σημαντικά, επειδή στις περιπτώσεις της βίας αυτά έχουν τον πρώτο λόγο-, όπως επίσης και το σύνολο της έκφρασης του λαϊκού πολιτισμού μας         -τηλεόραση,  έντυπα, διαφήμηση-, όλα αυτά συμβάλλουν στην αναπαραγωγή των ανισοτήτων και τροφοδοτούν την ανοχή της βίας κατά των γυναικών.

 

Ακόμη συνυπολόγισε το γεγονός ότι  το σύνολο των λειτουργιών της κοινωνίας μας έχει δομηθεί με τα ανδρικά πρότυπα. Δυστυχώς, παρά τις αλλαγές, οι θεσμοί και οι κοινωνικές συμβάσεις συνεχίζουν να λειτουργούν περιοριστικά ως προς τις επιλογές των γυναικών, στην προσπάθεια να τις υποχρεώσουν να συμμορφωθούν με το συζυγικό και το μητρικό ρόλο τους.

 

Δεν διέφυγε από την προσοχή των μελών της Επιτροπής το γεγονός ότι η άνιση κατανομή της εξουσίας, όπως αυτή επενδύεται στους στερεότυπους ρόλους ανδρών και γυναικών, έχει περισσότερη βαρύτητα στο πλαίσιο της δυναμικής της βίας των ανδρών κατά των γυναικών. Κατά κανόνα οι άνδρες είναι ανεξάρτητοι και οι γυναίκες εξαρτώνται από αυτούς. Κατά κανόνα οι άνδρες ασκούν τον έλεγχο και οι γυναίκες ελέγχονται από αυτούς. Με αποτέλεσμα οι άνδρες να καταφεύγουν στη βία για την άσκηση του ελέγχου των γυναικών ή, όταν δεν την ασκούν οι ίδιοι, να την ανέχονται ασκούμενη από μέρους άλλων ανδρών.

 

Η Επιτροπή μας έλαβε επίσης υπόψη τις έρευνες και μελέτες του φαινομένου, έρευνες  πολύχρονες,  επιστημονικές και εμπειρικές. Οι έρευνες απέδειξαν ότι α) η έκταση της ενδοοικογενειακής βίας ξεπερνάει κάθε φαντασία και β) ότι η οικογένεια όχι μόνο δεν είναι το σίγουρο καταφύγιο, όπου προστατεύονται όλα τα αδύνατα μέλη της –όπως όλοι μας το επιθυμούμε και ίσως το πιστεύουμε- αλλά αντίθετα αποτελεί το λίκνο της βίας. Στηρίχθηκε η Επιτροπή στις διαπιστώσεις των μελετητών, ότι οι ρίζες του φαινομένου φύονται στις ανδροκεντρικές αντιλήψεις των κοινωνιών μας και η βλάστησή τους ευνοείται από το κλίμα της κοινωνικής ανοχής του. Οι έρευνες πείθουν ότι οι άνδρες δεν είναι από τη φύση τους βίαιοι. Η βία μαθαίνεται. Είναι αποτέλεσμα της διδασκόμενης μεθόδου για την έκφραση του ανδρισμού στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η δε οικογένεια είναι ο βασικός χώρος διαμόρφωσης των κοινωνικών φύλων και η πηγή της σχέσης εξουσίας ανάμεσά τους. Είναι πια καιρός το ενδιαφέρον να στραφεί προς την πλευρά των δραστών της ανδρικής βίας, τους οποίους οι μελετητές δεν θεωρούν ως ειδική ομάδα παραβατών, αλλά ως εκφραστές των πολιτισμικών και κοινωνικών αξιών μας. Για την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου η Επιτροπή έκρινε αναγκαία την ίδρυση των κατάλληλων μονάδων. Θεσμοθέτησε τη δημιουργία ικανοποιητικού ποσοτικά και ποιοτικά αριθμού κοινωνικών υπηρεσιών, τόσο για την υλική και ψυχολογική στήριξη των θυμάτων της βίας, όσο και για την αντιμετώπιση των δραστών της, αλλά και για την πρόληψη της άσκησής της. Παράλληλα δε προνόησε και για τη λειτουργία μηχανισμού παρακολούθησης, ελέγχου και αξιολόγησης του όλου συστήματος αντιμετώπισης του προβλήματος.

 

Το πρόβλημα αυτό απαιτεί μακρόχρονη επένδυση και τα θεσμοθετούμενα μέτρα πρέπει να αποτελέσουν μέρος μιας συντονισμένης, ολοκληρωμένης και πολυθεματικής προσέγγισής του. Στη σύγχρονη εποχή δεν αρκεί πλέον ο κολασμός των άδικων πράξεων. Οι κοινωνικές εξελίξεις και η ανάπτυξη των επιστημών οδήγησαν στην υιοθέτηση της αρχής ότι, εκτός από την καταστολή, είναι αναγκαία η πρόληψη των άδικων πράξεων, για την επιτυχία της οποίας απαιτείται ένα μεγάλο πλέγμα γνώσεων  που υπερβαίνει τα όρια του Ποινικού Δικαίου. Κοινωνιολογία, Ανθρωπολογία, Βιολογία, Ψυχολογία, Ψυχιατρική, Εγκληματολογία, είναι μερικές από τις επιστήμες που τροφοδοτούν με τις γνώσεις τους τον τομέα της πρόληψης. Στην προσέγγιση και αντιμετώπιση του προβλήματος κρίνεται αναγκαία η συμμετοχή δημόσιων φορέων και υπηρεσιών, αλλά και μη κυβερνητικών ενώσεων και οργανώσεων (ΜΚΟ), που διαθέτουν αυτές τις γνώσεις.  Πρέπει να θυμούμαστε πάντοτε ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Οι Αρχές και η κοινωνία έχουν υποχρέωση να παρεμβαίνουν και να συνεργάζονται για την αντιμετώπισή της. Ως προς την εμπλοκή δε των μη κυβερνητικών ενώσεων και οργανώσεων (ΜΚΟ), πρέπει να  θυμίσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει τον σημαντικό ρόλο των γυναικείων ΜΚΟ στον τομέα της αντιμετώπισης του προβλήματος της βίας κατά των γυναικών. Ορισμένες απ’ αυτές τις ΜΚΟ έχουν μεγάλη και μακρόχρονη πείρα στην παροχή πραγματικής προστασίας στα θύματα της βίας: προσφορά φροντίδας ψυχολογικής, κοινωνικής, ιατρικής, αλλά και βοήθειας νομικής και δικαστικής. Η πείρα αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει εξ άλλου ότι χρειάζεται ευρεία ενημέρωση του κοινού μέσω εκστρατειών στο κάθε Κράτος και έχει επισημάνει ότι όλα αυτά τα χρόνια οι οργανώσεις αυτές, καθώς και ορισμένες ομάδες γυναικών, κάνουν προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου σχετικά με τη βία που υφίστανται οι γυναίκες, με στόχο τη δημιουργία μιας κοινωνίας ισορροπημένης, μιας κοινωνίας που τα μέλη της θα μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά. Ας σημειωθεί ότι στα περισσότερα Κράτη/ μέλη της Ε.Ε. η λειτουργία των αντίστοιχων γυναικείων ΜΚΟ χρηματοδοτείται από το Κράτος.

 

Τέλος η Επιτροπή έλαβε γνώση και των σχετικών νομοθετημάτων και των πρόσφορων μέτρων που εφαρμόζονται από τα υπόλοιπα Κράτη/ μέλη της Ε.Ε. και προχώρησε στη διατύπωση των επί μέρους διατάξεων του παρόντος Νομοσχεδίου.

 

Οι επί μέρους διατάξεις

 

- Στο άρθρο 1 παρατίθεται γλωσσάρι των χρησιμοποιούμενων στο νόμο όρων.

 

- Το άρθρο 2 προβλέπει και περιγράφει τη συγκρότηση μιας Διυπουργικής Επιτροπής, ως κεντρικού οργάνου για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και τη λειτουργία και τις  αρμοδιότητες αυτής της Επιτροπής.

 

- Το άρθρο 3 αντιμετωπίζει τη συγκρότηση αντίστοιχων Επιτροπών ανά περιφέρεια και χαράσσει τις αρμοδιότητές τους.

 

- Με το άρθρο 4 προβλέπεται η δημιουργία των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών για την εφαρμογή και τη λειτουργία του προτεινόμενου νόμου.

 

- Στα άρθρα 5 έως 7 περιγράφεται λεπτομερώς ο νεοεισαγόμενος με το υπό κρίση Νομοσχέδιο θεσμός των Οικογενειακών Συμβούλων, καθώς  και οι αρμοδιότητες των λειτουργών αυτού του θεσμού.

 

-  Με το άρθρο 8  προβλέπεται ειδικά η προστασία των Οικογενειακών Συμβούλων.

 

- Στο άρθρο 11 δίνεται ο ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας και της ποινής της.

 

- Με το άρθρο 12 τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας χαρακτηρίζονται  αυξημένης βαρύτητας, αναγνωρίζεται δε ως αξιόποινη πράξη και ο συζυγικός βιασμός. Ας σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι το προτελευταίο από τα Κράτη/ μέλη της Ε.Ε. που συμμορφώνεται  με την πρόσκληση της Ευρ. Επιτροπής για ποινικοποίηση του συζυγικού βιασμού, ενώ υπάρχουν Κράτη στα οποία τιμωρείται και με ισόβια κάθειρξη.

 

- Με το άρθρο 13 θεσμοθετείται το δικαίωμα των ΜΚΟ να παρίστανται ως πολιτική αγωγή στις δίκες που αφορούν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με τη σύμφωνη γνώμη του θύματος.

 

- Το άρθρο 14, σύμφωνα πάντοτε με την υπόδειξη της Ε. Επιτροπής, μεριμνά για τη λήψη της κατάθεσης του θύματος από ειδικά εκπαιδευμένο αστυνομικό του ίδιου με αυτό φύλου. 

 

- Οι διατάξεις των άρθρων 15 έως 19 αναφέρονται με λεπτομέρειες στη διαδικασία του επίσης  νέου θεσμού της οπτικογραφημένης μαρτυρίας.

- Ενισχυτικές της προστασίας του θύματος, που καταγγέλλει την ενδοοικογενειακή βία, καθώς και της προστασίας των μαρτύρων του είναι οι διατάξεις των άρθρων 20 έως 24.

 

- Στα άρθρα 25 έως 27 προβλέπεται η απομάκρυνση του δράστη της ενδοοικογενειακής βίας από την οικογενειακή εστία, με σκοπό την προστασία των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Έχει διαπιστωθεί ότι το μεγαλύτερο τραύμα σε περίπτωση ποινικής δίωξης για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας είναι η συνεχής επαφή με το δράστη. Σε εθνικές εκθέσεις του Ηνωμένου Βασίλειου και της Δανίας υπογραμμίστηκε ότι, σε περιπτώσεις που έχει επιτραπεί στο βίαιο σύντροφο η πρόσβαση στα παιδιά, αυτός κατά κανόνα επωφελείται για να συνεχίσει τη βίαιη συμπεριφορά του..

 

- Με το άρθρο 28 εισάγεται ως εναλλακτική ή συμπληρωματική λύση στις ποινές φυλάκισης, η θεραπευτική αγωγή που θα ενθαρρύνει τους άνδρες να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις πράξεις βίας που διαπράττουν. Τα ειδικά προγράμματα που εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες της Ε.Ε., στα πλαίσια αυτής της αγωγής, απέδειξαν ότι η ανδρική βία συχνά εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα της αίσθησης αδυναμίας του δράστη της και χρησιμοποιείται για την απόδειξη της δύναμής του και του κύρους του στη σχέση του με το άλλο φύλο.

- Στο άρθρο 29 γίνεται ειδική αναφορά στην ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Πέραν των ευνόητων λόγων που επιβάλλουν την επίσπευση της διαδικασίας σ’αυτές τις περιπτώσεις, μια πρόσφατη έκθεση από την Ιρλανδία τονίζει την επείγουσα ανάγκη βελτίωσης των δικαστικών διαδικασιών, ιδίως όσον αφορά τις μεγάλες καθυστερήσεις για τις υποθέσεις που φθάνουν στο δικαστήριο, αλλά και τη μεταχείριση των γυναικών πριν και κατά τη δίκη.

 

- Τα άρθρα 30 και 31 αναφέρονται στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.

 

- Με το άρθρο 32 προβλέπεται η ίδρυση και λειτουργία ειδικού Ταμείου για τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας και μ’ αυτό τον τρόπο εκδηλώνεται η μέριμνα  για την ορθή εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου.

 

- Τέλος, το άρθρο 33 δίνει τη δυνατότητα και σε άλλους φορείς, εκτός από όσους προβλέπονται με το άρθρο 4, να ιδρύσουν και να λειτουργήσουν μονάδες βοήθειας των θυμάτων της ενδοοικογενειακής βίας.