|
Αυτές τις μέρες ενόψει Ευρωεκλογών, οι γυναίκες βγαίνουν για λίγο από το
εργασιακό και οικογενειακό τους περιβάλλον και εισέρχονται στη δημόσια
σφαίρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προβάλλεται σαν πυλώνας κατοχύρωσης της ισότητας
των δυο φύλων και οι καθεστωτικοί πολιτικοί φορείς εγγυητές της. Με την
τοποθέτηση γυναικών ως επικεφαλής ψηφοδελτίων και με μια λογική ποσοστώσεων,
εξαντλούν το ενδιαφέρον τους για τα ιδιαίτερα ζητήματα που αφορούν τις
γυναίκες, στοχεύοντας όχι στη βελτίωση των όρων ύπαρξης τους, αλλά στην
άντληση της γυναικείας ψήφου.
Έρχεται όμως η ίδια η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες
γυναίκες να αποδομήσει τα προβαλλόμενα επιχειρήματα και να αναδείξει τις
πραγματικές διαστάσεις της κυρίαρχης πολιτικής. Η πρόσφατη απόφαση του
Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την προς τα πάνω εξίσωση των ορίων
συνταξιοδότησης είναι ενδεικτική των πολιτικών «ισότητας» που επιφυλάσσει η
Ευρωπαϊκή Ένωση για τις γυναίκες. Η απόφαση αυτή, που λήφθηκε με τη σύμπραξη
της ελληνικής κυβέρνησης και στην οποία η ασφάλιση χάνει τον κοινωνικό της
χαρακτήρα και ορίζεται ως επαγγελματική, καταδικάζει χιλιάδες γυναίκες που
απασχολούνται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, να δουλέψουν έως και 17 χρόνια
επιπλέον για να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Πρόκειται για μια
πολιτική που συνιστά συνέχεια με την αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση της
Πετραλιά και με όχημα την ψευδεπίγραφη «ισότητα», στοχεύει όχι μόνο στη
συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά στη συνολική
αποδιάρθρωση των ασφαλιστικών συστημάτων.
Παράλληλα, η προώθηση αναδιαρθρωτικών πολιτικών στην εργασία πλήττει πρώτα
τις γυναίκες εργαζόμενες, εξαιτίας του δομικού ρόλου που κατέχουν στο
εσωτερικό της οικογένειας, όπου επωμίζονται την οικιακή εργασία και την
ανατροφή των παιδιών. Είναι ενδεικτικό ότι οι γυναίκες αποτελούν το 61% των
ανέργων και το 64% του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού. Οι ευέλικτες σχέσεις
εργασίας απευθύνονται κατά βάση στις γυναίκες και στοχεύοντας στον
συμπληρωματικό τους ρόλο στην παραγωγή με την ευκαιριακή συμμετοχή τους και
τη λειτουργία τους ως «εφεδρικός στρατός». Ειδικότερα το 62% των εργαζόμενων
γυναικών βρίσκεται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, εκ των οποίων το 43% την
επιλέγει επειδή αδυνατεί να εξασφαλίσει μια θέση πλήρους απασχόλησης. Το
πραγματικό δίλημμα που τίθεται είναι «ανεργία ή μερική απασχόληση».
Επιπλέον, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της αρχής για παροχή ίσης αμοιβής
για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, εντοπίζονται μεγάλα μισθολογικά χάσματα
στις αμοιβές ανδρών – γυναικών και συγκεκριμένα οι αμοιβές των γυναικών
κυμαίνονται στο 63% - 94% της αμοιβής των ανδρών. Ακόμα και οι «εξαιρετικές
διατάξεις προστασίας της μητρότητας» καταστρατηγούνται στην πράξη, αφού το
δικαίωμα στη μητρότητα αποτελεί κατεξοχήν ανάχωμα εισόδου στην εργασίας και
επαγγελματικής ανέλιξης αλλά και έναν προσφιλή λόγο απόλυσης. Η κατάσταση
επιδεινώνεται περισσότερο την τελευταία περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις ετοιμάζουν τη μεγάλη φυγή προς τα εμπρός για την αντιμετώπιση
της οικονομικής κρίσης, φορτώνοντας τα βάρη της στις πλάτες των εργαζομένων.
Η δολοφονική επίθεση στη συνδικαλίστρια Κ. Κούνεβα με υπόβαθρο την
εργοδοτική τρομοκρατία και το σύγχρονο δουλεμπόριο των «ενοικιαζόμενων»
εργαζομένων, έδειξε πως η διαπλοκή φύλου, εθνότητας και τάξης οδηγεί σε
ιδιαίτερες συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο προσωπικός της αγώνας
και η δράση του κινήματος αλληλεγγύης, έδειξαν το δρόμο της αντίστασης στις
κυρίαρχες πολιτικές και διεκδίκησης καλύτερων θέσεων για τους εργαζόμενους
και τις εργαζόμενες.
Τα μέτωπα για τις γυναίκες είναι πολλά και παραμένουν ανοιχτά. Οι γυναίκες
έρχονται καθημερινά αντιμέτωπες με πολλές και πολλαπλές μορφές βίας, τόσο
στους χώρους δουλειάς όσο και στο εσωτερικό της οικογένειας, αλλά και με μια
διάχυτη σεξιστική κουλτούρα.
Κόντρα στα υποκριτικά κελεύσματα στις ευρωεκλογές, να καταδικάσουμε τις
πολιτικές που συντηρούν και αναπαράγουν τη διπλή καταπίεση της γυναίκας, που
ενισχύουν τη σεξιστική πρόσληψη της πραγματικότητας, που στρέφονται ενάντια
στα δικαιώματα των γυναικών και του εργατικού κινήματος συνολικότερα.
Να στηρίξουμε εκείνη την αριστερά που δεν περιορίζεται στη θεσμική
κατοχύρωση της ισότητας στην εκμετάλλευση, αλλά προκρίνει τον αγώνα για την
κατοχύρωση υλικών νικών σήμερα, εντάσσοντάς τον στη στρατηγική της
αντικαπιταλιστικής προοπτικής. Την αριστερά που ψηλαφίζει το σημείο τομής
ενός μάχιμου φεμινισμού και του ταξικού συνδικαλισμού, την αριστερά που
αντιλαμβάνεται το γυναικείο ζήτημα ως ζήτημα της νεολαίας και των
εργαζομένων συνολικά.
ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α ΣΤΟ ΣΕΞΙΣΜΟ,
ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ
ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
Πρωτοβουλία για το Γυναικείο Ζήτημα
ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α
|